Τα legacy συστήματα έχουν βαθιές ρίζες στα data centre

Όταν οι τράπεζες ξεκινούσαν τη μηχανοργάνωση τους, η επιλογή πληροφοριακού συστήματος ήταν μονόδρομος. Παρότι υπήρχε δυνατότητα επιλογής μεταξύ διαφορετικών κατασκευαστών, η αρχιτεκτονική mainframe ήταν η μόνη που μπορούσε να καλύψεις τις απαιτήσεις σε επεξεργαστική ισχύ και ασφάλεια δεδομένων. Έκτοτε, το χαζό τερματικό αντικαταστάθηκε από το PC, το Internet δημιούργησε ένα παγκόσμιο δίκτυο διακίνησης πληροφορίας και το cloud έδωσε την επιλογή στις σύγχρονες τράπεζες να μην έχουν ιδιόκτητο πληροφοριακό σύστημα.

Όπως όμως συμβαίνει σε μια πολυκατοικία που όλοι θαυμάζουν το ρετιρέ, αλλά λίγοι σκέφτονται ότι χωρίς τους κάτω ορόφους δεν θα μπορούσε να υπάρχει, έτσι και με τα πληροφοριακά συστήματα των τραπεζών, οι θεμελιακές υποδομές συνεχίζουν να είναι απαραίτητες. Αυτές τις υποδομές που είναι γνωστές ως “legacy”, οι τράπεζες προσπαθούν με αργό και προσεκτικό ρυθμό να τις αποσύρουν.

Οι βασικές αιτίες απόσυρσης είναι η ακριβή συντήρησή τους και η δυσπροσαρμοστικότητα συμβίωσης με νεότερες υποδομές. Οι λόγοι που η απόσυρση τους γίνεται με αργό ρυθμό είναι γιατί, όπως στο παιχνίδι τζένγκα πρέπει να βγάζουμε με προσοχή τα χαμηλά τουβλάκια, έτσι πρέπει να αφαιρούνται με προσοχή τα παλαιά συστήματα. Επιπλέον, πριν η διοίκηση λάβει την απόφαση απόσυρσης, θα πρέπει να έχει βεβαιωθεί ότι η νέα επιλογή είναι καλύτερη της υπάρχουσας λύσης, κάτι που δεν ισχύει σε κάθε περίπτωση.

Προ – Covid και Μετά – Covid
Τα δισεκατομμύρια δολάρια που διατίθενται από ιδιωτικά κεφάλαια κάθε χρόνο για την ενίσχυση του κλάδου των fintech, είχαν ξεκινήσει να ρέουν πριν από την έναρξη της πανδημίας. Ωστόσο, πριν ακόμα από την εμφάνιση των fintech, οι τράπεζες είχαν ξεκινήσει να επενδύουν στην ανάπτυξη ψηφιακών υπηρεσιών, αρχικά μέσω Internet και στη συνέχεια μέσω φορητών συσκευών, διαβλέποντας τη μείωση του λειτουργικού κόστους που θα είχαν, αλλά και την πρόσβαση σε ένα ευρύτερο κοινό πελατών.

Θα μπορούσαμε δηλαδή να πούμε ότι τα τμήματα πληροφορικής των τραπεζών με την ώθηση πρωτοπόρων εργαζομένων, διαμόρφωσαν ένα πρώιμο fintech προφίλ. Δυσκολεύονταν όμως να ταιριάξουν το street outlook με τη γραβάτα, το οποίο εκτός από θέμα νοοτροπίας, ήταν και θέμα των legacy συστημάτων που είχαν στα θεμέλια τους.

Από τη δεκαετία του 90 κιόλας, πράγματα γίνονταν, αλλού με πιο γρήγορους, αλλού με πιο αργούς ρυθμούς, αλλά χωρίς εκκωφαντικά γεγονότα. Ως αποτέλεσμα, η έκρηξη των νεοσύστατων επιχειρήσεων, οι οποίες εντάσσονται στη γενικότερη κατηγορία fintech, πήρε τη μορφή ενός Bing Bang, χωρίς κατ’ ουσία να είναι. Στα πρώτα εκείνα στάδια, θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε την κατάσταση με την εικόνα ενός χωριού, όπου έρχεται να παίξει ένα συγκρότημα τρίτης κατηγορίας και γίνεται τεράστιος σάλος.

Μετά το ξεκίνημα της πανδημίας, το μόνο βέβαιο είναι ότι οι ψηφιακές συναλλαγές απέκτησαν μεγαλύτερη βαρύτητα για επιχειρήσεις και κυρίως ιδιώτες. Οπότε, θεωρητικά τουλάχιστον, οι fintech θα έπρεπε να έχουν ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα, γιατί δεν είχαν ούτε το βάρος των legacy συστημάτων, ούτε το βάρος της legacy νοοτροπίας.

Μέχρι στιγμής δεν έχουμε δει να συμβαίνει κάτι τέτοιο, καθώς όπως κατά καιρούς έχουν πει αρκετά τραπεζικά στελέχη, οι fintech που έχουν καταφέρει να γίνουν κερδοφόρες είναι μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού. Ένας λόγος ίσως είναι ότι η πανδημία λειτούργησε ως καταλύτης για παλιούς και νέους. Η κάθε πλευρά είχε απώλειες και οφέλη και προσαρμόστηκε με διαφορετικό τρόπο. Οι τράπεζες για παράδειγμα, επισπεύδουν το κλείσιμο καταστημάτων τους, ενώ οι fintech κυνηγούν τραπεζικές άδειες.

Σε αυτήν την ανακατωσούρα, οι τράπεζες χρειάζεται να μεριμνήσουν και για τα legacy συστήματα που έχουν στα θεμέλια τους και όπως λέει και ο τίτλος ενός άρθρου που δημοσιεύει η McKinsey να πετύχουν τη “Next – generation legacy modernization”. Είναι σημαντικό να παρατηρήσουμε ότι ο τίτλος δεν προδιαθέτει για την κατάργηση των legacy συστημάτων, αλλά για τον εκσυχρονισμό τους. Σε συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στο τεύχος του περασμένου Ιουλίου του περιοδικού Digital Finance, η άποψη του Χάρη Μαργαρίτη, Group CΙΟ της Τράπεζας Πειραιώς, ταυτίζεται με την άποψη του συντάκτη του άρθρου της McKinsey, καθώς θεωρεί ότι ο μετασχηματισμός των core banking συστημάτων θα είναι μια πιο αργή διαδικασία στο συνολικό πλαίσιο του ψηφιακού μετασχηματισμού, η οποία θα μπορούσε να έχει ακόμα και βάθος δεκαετίας.

Οπότε, η εκτίμησή του είναι ότι ίσως και για μια δεκαετία από σήμερα, οι τράπεζες θα χρειαστεί να μεριμνούν διαρκώς για να διατηρούν τα legacy συστήματά τους, όχι μόνο λειτουργικά, αλλά και ευέλικτα. Ωστόσο, η μετάβαση αυτή δεν αναμένεται να γίνει με ένα άλμα, αλλά με μια σταδιακά εξελικτική πορεία, εκτός απροόπτου βέβαια, μιας και οι κβαντικοί υπολογιστές που τα τελευταία χρόνια έχουν βρεθεί στο προσκήνιο, ωθήσουν την τεχνολογία σε εξελικτικό άλμα. Σύμφωνα με τη μελέτη της McKinsey σε αυτή τη φάση οι τράπεζες εκσυγχρονίζουν τις υποδομές τους με βασικό στόχο τη μείωση της πολυπλοκότητας και επομένως την ταχύτερη υλοποίηση νέων έργων.

Στον πίνακα της McKinsey φαίνονται τα οφέλη από κάθε βήμα που γίνεται προς την κατεύθυνση του εκσυχρονισμού. Είναι εντυπωσιακό ότι αν γίνουν όλα τα βήματα, οι τράπεζες μπορούν να πετύχουν μέχρι 50% μικρότερους χρόνους σε υλοποίηση έργων και μέχρι 70% μείωση του κόστους λειτουργίας.

Ο χάρτης του βηματισμού
Η μελέτη της McKinsey βασίστηκε στην ανάλυση έργων ψηφιακού μετασχηματισμού 50 εταιρειών από την οποία προέκυψαν 6 βασικές αρχές που χρωμάτιζαν το σύνολο των πετυχημένων έργων.

Αποκέντρωση δεδομένων και κεντρική ευέλικτη πλατφόρμα. Στο παρελθόν, μέρος της στρατηγικής των τραπεζών ήταν η συγκέντρωση των δεδομένων σε κεντρικούς χώρους αποθήκευσης. Σε αυτήν τη φάση, οι τράπεζες μπορούν να είναι πιο ευέλικτες αν αφήσουν κάποια από τα δεδομένα τους στις παρούσες θέσεις τους και να εστιάσουν στη δημιουργία καλύτερων γεφυρών.

Περισσότερες αλλαγές σε συστήματα που είναι εκτός πυρήνα. Ο στόχος πλήρους κατάργησης των συστημάτων του πυρήνα είναι δύσκολος και θα απαιτήσει αρκετό χρόνο, καθώς θα πρέπει να επενδύσουν σε αυτήν την κατεύθυνση και οι κατασκευαστές. Οπότε, θα μπορούσε να είναι μια καλύτερη πρακτική, οι τράπεζες να εστιάσουν την ενέργεια τους στη διαμόρφωση των περιφερειακών συστημάτων και των microservices. Για παράδειγμα, μια τράπεζα θα μπορούσε να εκσυγχρονίσει το account management σύστημα αφαιρώντας από αυτό λειτουργίες σταδιακά. Μια τέτοια πολιτική έχει διπλό όφελος, γιατί βοηθάει τις τράπεζες να συντονίσουν το ψηφιακό τους μετασχηματισμό παράλληλα με τον επανασχεδιασμό των υπηρεσιών που προσφέρουν για να καλύψουν τις νέες απαιτήσεις των πελατών τους.

Πρωτεύουν οι αλλαγές για την εξυπηρέτηση πελατών
Ο ψηφιακός μετασχηματισμός των κεντρικών συστημάτων είναι ένα τεράστιο έργο, το οποίο θα μπορούσε να δημιουργήσει χάος στη δημιουργία προτεραιοτήτων και επομένως άσκοπη σπατάλη πόρων. Οπότε, ένας μπούσουλας για τη δημιουργία της λίστας προτεραιοτήτων θα μπορούσε να είναι το πλάνο ανάπτυξης υπηρεσιών που βελτιώνουν την εμπειρία των πελατών τους.

Πρώτα integration και μετά απλοποίηση
Στα περισσότερα έργα εκσυχρονισμού, ένα από τα λάθη που γίνονται είναι να επενδύεται σημαντικό ποσοστό των πόρων στην απλοποίηση των συστημάτων και των εφαρμογών. Ωστόσο, οι καλές πρακτικές από τράπεζες που έχουν πετυχημένα έργα, έχουν δείξει ότι το integration πρέπει να προηγείται της απλοποίησης. Μόνο αφού οι τράπεζες δημιουργήσουν τα κατάλληλα APIs μπορούν να διαπιστώσουν ευκολότερα ποιες εφαρμογές χρειάζεται να απλοποιηθούν.

Η σανίδα σωτηρίας του SaaS
Οι πετυχημένοι οργανισμοί έχουν μια καλή αίσθηση των λειτουργιών που μπορούν να συνδυάσουν για να δημιουργήσουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Για όλες τις υπόλοιπες λειτουργίες, το ΙΤ θα μπορούσε να μεταφέρει τα enterprise applications σε μια πλατφόρμα SaaS ή τουλάχιστον να αξιοποιήσει μια λύση PaaS. Με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται καλύτερη τυποποίηση των υπηρεσιών και διευκολύνεται η διαδικασία των upgrades. Για παράδειγμα, μια τράπεζα θα μπορούσε να μεταφέρει στο cloud όλη την πληροφορική υποδομή για τη διαχείριση του HR.

Παγκόσμιες πλατφόρμες, αλλά με τοπική ευελιξία
Οι περισσότερες διαθέσιμες πλατφόρμες έχουν πλέον παγκόσμια εμβέλεια. Ωστόσο, οι τράπεζες θα ήταν περισσότερο ωφελημένες αν επέλεγαν πλατφόρμες που έδιναν τη δυνατότητα να κάνουν ξεχωριστές διαμορφώσεις σε τοπικό επίπεδο. Μια τέτοια λύση θα μπορούσε να δώσει σημαντική ευελιξία σχεδόν σε όλους τους εμπορικούς τομείς μιας τράπεζας, διευκολύνοντας παράλληλα των εναρμονισμό με τα επιμέρους ρυθμιστικά πλαίσια.

Έξι αρχές που μπορούν να μειώσουν σημαντικά τα κόστη και την περιπλοκότητα στον εκσυγχρονισμό των legacy συστημάτων.

Τα NFTs, το μέλλον των επενδύσεων και ο ρόλος των τραπεζών

Μια άποψη που έχει ακουστεί σχετικά με την μανία των ιδιωτικών κεφαλαίων να επενδύουν δισεκατομμύρια δολάρια σε επιχειρήσεις, πολλές εκ των οποίων δεν παρουσιάζουν κερδοφορία μέχρι να κλείσουν, είναι ότι τα μεγάλα παιδιά βαριούνται και παίζουν παιχνίδια. Θα μπορούσαμε δηλαδή να φανταστούμε μια παρέα δισεκατομμυριούχων σε ένα ζεστό πριβε σαλόνι το χειμώνα στις Άλπεις ή σε μια πριβε παραλία στη Μύκονο το καλοκαίρι, να πίνουν σαμπάνιες και να λένε χοντράδες για τα πόσα λεφτά έκαψαν σε επιχειρήσεις που μοιάζουν εξ αρχής τόσο αποτυχημένες, όσο η προσπάθεια ενός μονόχειρα να κερδίσει το Φέντερερ σε παρτίδα τένις, όταν o Φέντερερ θα έχει κλείσει την ένατη δεκαετία της ζωής του.

Ακόμα όμως και αν αυτό συμβαίνει, υπάρχουν χιλιάδες περιστατικά επιτυχημένων επενδύσεων που δείχνουν ότι όπως τα δισεκατομμύρια αποτυχημένα πειράματα σύνδεσης αμινοξέων οδήγησαν σε ένα συνδυασμό που δημιούργησε την πρώτη ζωή στη Γη, έτσι και αυτά τα “παιχνίδια” μπορεί να γίνουν μήτρες επιτυχημένων επιχειρήσεων. Και κάπως έτσι ο Ίλον Μασκ που έπαιζε σε μια παραλία με τους φίλους του, μπορεί να γίνει ο χαρισματικός επιχειρηματίας που μια του λέξη αρκεί για να μετατραπεί το bitcoin σε τρενάκι λούνα παρκ.

Επιπλέον, λεφτά υπάρχουν, όπως έχουμε μάθει στο παρελθόν, αλλά συχνά συσσωρεύονται τόσα πολλά στην ιδιοκτησία ενός ατόμου που είναι δύσκολο να ξοδευτούν σε αντικείμενα που ευχαριστούν τον κάτοχό τους και επιπλέον τον ανεβάζουν σε μια ψηλότερη κοινωνική κορυφή. Η θαλαμηγός “Χριστίνα” του Αριστοτέλη Ωνάση, αν και παραμένει ένα πολύ όμορφο σκάφος, είναι προσιτό για μίσθωση ακόμα και από τους Καρντάσιανς. Δεν ισχύει όμως το ίδιο για το Azzam, το οποίο στα 180 περίπου μέτρα μήκους του, φιλοξενεί μόνο τον Khalifa bin Zayed Al Nahyan και τους φίλους του. Κάπως έτσι ο εμίρης του Αμπού Ντάμπι εξασφαλίζει την ιδιωτικότητά του, αλλά κάνει και ορατή την ισχύ του σε παγκόσμιο επίπεδο. Και πάλι όμως είναι πολύ δύσκολο να ξοδέψει τα 150 δισεκατομμύρια δολάρια της περιουσίας του.

Τι σχέση όμως έχουν αυτά με τα NFTs (Non-Fungible tokens);
Ένα ακόμα παιχνίδι ή ένα νέο πείραμα;

Ο William Gibson είναι ένας πραγματικά χαρισματικός συγγραφέας, ο οποίος βοηθήθηκε πολύ από χημικές ουσίες που συχνά παρασκεύαζε ο ίδιος. Μεταξύ άλλων έχει γράψει το μυθιστόρημα “Pattern Recognition”, το οποίο έχει εκδοθεί και στα ελληνικά με τον τίτλο “Αναγνώριση Προτύπων”. Στη φαντασία του συγγραφέα, μια κοπέλα έχει ¨αλλεργία” σε οποιοδήποτε μη αυθεντικό καλλιτέχνημα. Το χάρισμα της που για την ίδια είναι βάσανο, της δίνει τη δυνατότητα να αναγνωρίζει τα patterns σε όλα τα προϊόντα τέχνης. Στην μέλλον του μυθιστορήματος, η τέχνη έχει τελματώσει τόσο πολύ, ώστε σχεδόν τα πάντα είναι διασκευές. Ένας ζάπλουτος της εποχής πληρώνει την κοπέλα για να του βρίσκει τα ελάχιστα αυθεντικά έργα τέχνης που δημιουργούνται ακόμα.

Τα NFTs συνδέθηκαν αρχικά με την τέχνη και η τεχνολογία blockchain εξασφαλίζει τη μοναδικότητά τους. Άρα μήπως φτάνουμε στην εποχή που τα αυθεντικά καλλιτεχνήματα λιγοστεύουν και χρειαζόμαστε μια νέα μορφή αυθεντικότητας; Το NFT θα μπορούσε να είναι οτιδήποτε ψηφιακό, όπως μια ζωγραφιά, ένα μουσικό κομμάτι ή ακόμα και η συνείδησή μας αποθηκευμένη σε μια μνήμη, όπως λέει ο Mitchell Clark, συντάκτης του Verge.

Θεωρητικά επίσης, με τη στενή έννοια, το κάθε NFT είναι μοναδικό, γιατί παρόλο που θα μπορούσαν να δημιουργηθούν χιλιάδες ψηφιακά αντίτυπα ενός έργου, τα οποία θα ήταν εντελώς όμοια με το πρωτότυπο, το καθένα θα αντιστοιχούσε σε μια διαφορετική αριθμοσειρά, κάτι που δεν μπορεί να συμβεί με ένα πίνακα του Μονέ. Επομένως, αν κάποιος ψάχνει κάτι μοναδικό και τα μοναδικά πράγματα στον πλανήτη αρχίσουν να σπανίζουν το NFT είναι για αυτόν μια λύση.

Δεδομένου δε ότι το NFT είναι ένα πρόγραμμα, θα μπορούσε ο δημιουργός του να το κατασκευάσει με παραμέτρους, όπως για παράδειγμα, ο καλλιτέχνης να λαμβάνει ένα χρηματικό πσοό σε κάθε μεταπώλησή του έργου του. Υπάρχει όμως και ένα ακόμα στοιχείο που θα μπορούσαμε να βάλουμε στην αναζήτησή μας σχετικά με την αξία των NFTs.

Ένα ψηφιακό αντικείμενο θα μπορούσε να είναι και “ολίγον” ζωντανό

Όσοι ασχολούνται με τα παιχνίδια στο ψηφιακό κόσμο, θα γνωρίζουν ότι στη νοοτροπία των παικτών, η μοναδικότητα είναι κάτι σημαντικό. Ως παίκτης σε ένα ψηφιακό παιχνίδι δεν θα ήθελα να είμαι μόνο ο μάγος Γκανταλφ, αλλά ο μοναδικός μάγος Γκάνταλφ στην πλατφόρμα του παιχνιδιού ή ίσως και ο μοναδικός σε όλες τις πλατφόρμες που θα δέχονταν την ψηφιακή μου οντότητα. Παράλληλα, όμως θα ήθελα ενδεχομένως να διαχωρίσω την ψηφιακή μου οντότητα από την ανθρώπινη, ώστε να ζω δύο ανεξάρτητες ζωές, κρατώντας την ιδιωτικότητά μου σε κάθε μια από αυτές. Επίσης σε αυτές τις πλατφόρμες θα ήθελα να μπορώ να πουλήσω το μοναδικό μου μαγικό ραβδί με τις μοναδικές του ιδιότητες.

Ας φανταστούμε λοιπόν μια ψηφιακή οντότητα με όλα τα ψηφιακά περιουσιακά της στοιχεία αποθηκευμένα σε ένα ψηφιακό κουτί, όπως τώρα συμβαίνει με τα ψηφιακά νομίσματα και τα ψηφιακά πορτοφόλια. Η ψηφιακή περιουσία της οντότητας έχει μια αξία, η οποία διαμορφώνεται δυναμικά, ανάλογα με τη δράση της Άρα θεωρητικά, ο άνθρωπος, στον οποίο ανήκει η ψηφιακή οντότητα θα μπορούσε να πάει σε μια τράπεζα από τις παλιές ή τις καινούργιες και να ζητήσει ένα δάνειο για να αγοράσει περισσότερο storage ή περισσότερη επεξεργαστική ισχύ για να ενισχύσει τη ψηφιακή του οντότητα, βάζοντας ως υποθήκη το μαγικό του ραβδί ή τον μανδύα που τον κάνει αόρατο, τα οποία θα ήταν δύο μοναδικά αντικείμενα. Επιπλέον, θα μπορούσε να ζητήσει από ένα οίκο δημοπρασιών να αναλάβει την πώληση ενός ψηφιακού πίνακα που δημιούργησε, γιατί συμβαίνει να είναι και καλλιτεχνική φύση ή να τυπώσει τον πίνακα και να τον πουλήσει στον κόσμο των κυτταρικών ανθρώπων.

Έχουν εμπλακεί οι τράπεζες σε πωλήσεις ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων;

Σε είδηση που δημοσιεύτηκε τον περασμένο Μάιο, η Temenos, μια από τις γνωστές εταιρείες στον τομέα του λογισμικού για τράπεζες, ανακοίνωσε ότι σε συνεργασία με την Taurus δίνει τη δυνατότητα στην πλατφόρμα της να υποστηρίζει κρυπτονομίσματα, decentralized finance και όλων των ειδών tokenized ψηφιακών περιουσιακών στοιχείων. Η “επέκταση” της Taurus επιτρέπει στις τράπεζες όχι μόνο να εμπορεύονται ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία, αλλά να δημιουργούν και δικά τους.

“Πιστεύουμε ότι τα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία δημιουργούν νέες ευκαιρίες για τις τράπεζες και ειδικά για τα τμήματα wealth management”, λέει ο Alexandre Duret, Product Director της Temenos. Το 2020, η Taurus ζήτησε χρηματοδότηση και πήρε τα πρώτα της 10 εκατομμύρια δολάρια από την Arab Bank. Αν πιστεύετε στις συμπτώσεις, τότε η εμφάνιση των NFTs σε αυτήν τη φάση της τεχνολογικής εξέλιξης, θα μπορούσε να είναι μια. Ανεξάρτητα όμως αν είναι συμπτωματική η εμφάνισή τους, αυτό που σήμερα μοιάζει ως μια ακόμα πολυτέλεια για βαριεστημένους δισεκατομμυριούχους, ίσως να είναι ένα ακόμα μάθημα στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα που παρακολουθούμε και συμμετέχουμε εδώ και λίγες δεκαετίες και μας βοηθά να εντασσόμαστε στο νέο ψηφιακό κόσμο.

Μιλάμε με τρεις πρωτοπόρους Έλληνες για τα NFTs
H Δώρα Παυλίδου δραστηριοποιείται αρκετά χρόνια τώρα στον τομέα του τουρισμού. Στα μέσα του περασμένου Ιουνίου, η TheCloudKeys ανέβασε στην πλατφόρμα omgdrops.com, το πρώτο συλλεκτικό τουριστικό πακέτο NFT. Με την αγορά του, του οποίου η τιμή είναι ορισμένη σε Ethereum, ο αγοραστής αποκτά μια ταξιδιωτική εμπειρία, δηλαδή το NFT μετουσιώνεται σε κάτι πιο “χειροπιαστό”.

H κ. Παυλίδου μας είπε ότι έχει υπάρξει ενδιαφέρον από αγοραστές, και το μόνο πρόβλημα που χρειάζεται διαχείριση είναι η μεταβλητότητα της τιμής του Ethereum, δεδομένου ότι για τη δημιουργία του ταξιδιωτικού πακέτου, έχουν συμφωνηθεί υπηρεσίες με τρίτους, οι οποίες τιμολογούνται σε FIAT.

Ο δημιουργός της πλατφόρμας omgdrops.com, είναι ο Γιάννης Βλαχογιάννης. Σε μια επίσκεψη στο site της πλατφόρμας βρήκαμε αρκετά ψηφιακά έργα τέχνης που είναι διαθέσιμα ως NFTs. Ρωτήσαμε τον κ. Βλαχογιάννη, γιατί παρατηρούμε ότι οι περισσότερες πλατφόρμες NFT, όπως και η δική του βασίζονται στην blockchain τεχνολογία του Ethereum. Ο βασικός λόγος είναι ότι πρόκειται για τη μόνη δημοφιλή πλατφόρμα που έχει δημιουργήσει προστιθέμενη αξία στην τεχνολογία των smart contracts, στην οποία ουσιαστικά βασίζεται το NFT. Ένα smart contract επιτρέπει σε δύο άγνωστα άτομα να ολοκληρώσουν μια συναλλαγή σε ένα περιβάλλον αμοιβαίας εμπιστοσύνης, χωρίς την παρουσία ενδιάμεσου.

Πως όμως μετουσιώνονται αυτές οι δράσεις σε εμπορική αξία; Ήδη κάποιες δημοπρασίες έργων τέχνης σε μορφή NFTs δημιουργούν προσδοκίες. Μιλώντας με την Φωτεινή Βαλεοντή, ερευνήτρια στο UCL, αλλά και ιδρύτρια και CEO της μοναδικής ψηφιακής πινακοθήκης USEUM.org, την οποία επισκέπτονται χιλιάδες άνθρωποι ημερησίως, μας είπε ότι σε αυτή τη φάση βιώνουμε την ενθουσιώδη φάση των NFTs, η οποία θα μετουσιωθεί σε περισσότερες αλλά και ουσιαστικότερες χρήσης της τεχνολογίας τα ερχόμενα χρόνια. Επίσης σημείωσε ότι τα NFTs αναδύονται και ως μια σημαντική πηγή εσόδων για τα μουσεία. Η Πινακοθήκη Uffizi στην Φλωρεντία πούλησε μία ψηφιακή εικόνα του έργου Doni Tondo του Michelangelo ως NFT για 170.000 δολλάρια, αποφέροντας σημαντικά κέρδη σε μία πολύ δύσκολη χρονιά.

Διαθέσιμη σε NFT διασκευή του άρθρου
Προκειμένου να βιώσουμε τη χρήση της τεχνολογίας NFT, αποφασίσαμε να μετατρέψουμε σε NFT αυτό το άρθρο. Ωστόσο, για να έχει νόημα η πώλησή του ως κάτι μοναδικό, αφενός χρησιμοποιήσαμε στη διασκευή του έναν ορισμό, ο οποίος στο βαθμό που ψάξαμε, δε φαίνεται να έχει χρησιμοποιηθεί ξανά και αφετέρου το άρθρο θα είναι διαθέσιμο σε πέντε μοναδικά αντίτυπα. Για τη δράση αυτή, συνεργαστήκαμε με την OMGDrops, μια από τις μεγαλύτερες NFT πλατφορμες και NFT agencies. Η OMGDrops εκπροσωπεί διασημους ηθοποιούς, αθλητές και celebrities του Hollywood. Με 18 χιλιάδες NFT και πάνω από 3000 Ether σε πωλήσεις μέσα στο 2021, είναι από τις πρώτες πλατφόρμες σε Αμερική και Ευρώπη που διαχειρίζεται πλήρως από την κοινότητά της.
Το άρθρο είναι διαθέσιμο εδώ

Το cloud κερδίζει την εμπιστοσύνη και των τραπεζών

Αν σκεφτούμε ότι μόλις πριν από μερικές δεκαετίες, η τυπική εικόνα μιας τράπεζας συνέχιζε να είναι παρόμοια με αυτήν που βλέπαμε σε ταινίες γουέστερν, το να συζητάμε σήμερα για άϋλο χρήμα, το οποίο μάλιστα αποθηκεύεται και διακινείται σε υποδομές που δεν είναι ιδιοκτησία της τράπεζας, είναι σαν να έχουμε κάνει ένα χωροχρονικό άλμα μέσα από μια σκουληκότρυπα.
Συνεχίζουμε βέβαια να διαβάζουμε στις ειδήσεις για περιστατικά κλοπών δεκάδων χιλιάδων ευρώ από πατάρια και κάτω από στρώματα, γεγονός που δείχνει ότι μια ομάδα ανθρώπων δεν είναι ακόμα έτοιμη να δείξει εμπιστοσύνη στις αλλαγές. Ενώ όμως ένα μεγάλο ποσοστό των συναλλαγών συνεχίζει να γίνεται με μετρητά, μικρό ποσοστό των μετρητών είναι αποθηκευμένα στα οικιακά θησαυροφυλάκια. Συνήθως, οι ιδιώτες που προτιμούν να κάνουν συναλλαγές με μετρητά, χρησιμοποιούν τα ATMs των τραπεζών για να έχουν 24ωρη πρόσβαση στα αποθέματά τους. Μεταξύ των τομέων που η πανδημία λειτούργησε καταλυτικά, ήταν και η χρήση μετρητών. Το μέγεθος των συναλλαγών με μετρητά εκτινάχθηκε σε ύψη που είχαμε να δούμε από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, φτάνοντας στα 2,07 τρισεκατομμύρια δολάρια. Το πως οι τράπεζες διαχειρίστηκαν αυτό το πισωγύρισμα στη διαδρομή προς τη ψηφιακή οικονομία, αν και δεν είναι αντικείμενο αυτού του άρθρου, θα είχε ενδιαφέρον να το διαβάσουμε σε μελέτες που λογικά θα αρχίσουν να δημοσιεύονται προς το τέλος αυτής της χρονιάς.

Οι τράπεζες θα υλοποιήσουν τη στρατηγική τους ανεξαρτήτως πανδημίας
Κάθε χρονιά που περνά, οι τράπεζες παγκοσμίως κλείνουν καταστήματά τους ή τα μετατρέπουν σε υβριδικά, ώστε να μειώσουν το λειτουργικό κόστος, περιορίζοντας το ανθρώπινο δυναμικό τους. Ακόμα και τα ATMs που θεωρητικά αποτελούν κομμάτια του παζλ της ψηφιακής οικονομίας, έχουν γίνει ανεπιθύμητα για τις τράπεζες, καθώς το κόστος λειτουργίας τους είναι υψηλό. Επομένως, το στίγμα που δίνουν σε αυτήν τη φάση οι τράπεζες δείχνει ότι η πορεία τους προς το ψηφιακό μετασχηματισμό είναι σταθερή, ανεξαρτήτως εμποδίων, όπως οι αντιρρήσεις κάποιων ομάδων πελατών τους. Εταιρείες συμβούλων προβλέπουν ότι οι τράπεζες το 2030 θα έχουν εντελώς διαφορετική εικόνα από τη σημερινή. Στη διαμόρφωση αυτής της εικόνας, το cloud computing αναμένεται να έχει καθοριστικό ρόλο. Ίσως, να είναι μια από τις λίγες φορές που οι προβλέψεις των συμβουλευτικών εταιρειών θα αποδειχτούν απαισιόδοξες και να δούμε σημαντικές αλλαγές αρκετά νωρίτερα, δεδομένου ότι οι καταστάσεις πιέζουν. Όπως μας λέει ο Χάρης Μαργαρίτης, Group CIO της Τράπεζας Πειραιώς, την ερχόμενη πενταετία ποσοστό κοντά στο 70% των λειτουργιών της τράπεζας θα υποστηρίζεται από public cloud υποδομές.
Οι κορυφαίοι πάροχοι υπηρεσιών cloud επενδύουν δισεκατομμύρια σε υποδομές, προκειμένου να καλύψουν τις ανάγκες των πελατών τους σε αξιοπιστία, διαθέσιμους πόρους και συμμόρφωση με τα ρυθμιστικά πλαίσια. Είναι ενδιαφέρον ότι μετά από χρόνια που οι CIOs και οι διοικήσεις των τραπεζών έβλεπαν το cloud ως μια οικονομικότερη και πιο ελαστική εναλλακτική, πλέον αναζητούν μέσω του cloud ευκαιρίες που θα μπορούσαν να βελτιώσουν τα έσοδά τους.
Η νέα αυτή οπτική δεν προέκυψε τόσο από ένα όραμα προς την Τράπεζα 2.0, αλλά από την έντονη πίεση που έχει ασκήσει τα τελευταία χρόνια η ενδυνάμωση των challenger banks, η οποία βασίστηκε σε μια άνευ προηγουμένου ροή κεφαλαίων από ιδιώτες επενδυτές.
Σύμφωνα με την KPMG, το 2020, επενδύθηκαν σε fintech 105 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ την περασμένη χρονιά είχαν επενδυθεί 165 δισεκατομμύρια δολάρια. Αν συνεχίζαμε να κοιτάμε προς τα πίσω θα βλέπαμε αθροιστικά το μέγεθος των επενδύσεων να πλησιάζει ή και να ξεπερνάει το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια. Οι προτιμήσεις των ιδιωτικών κεφαλαίων έχουν δημιουργήσει απορίες στους τραπεζίτες, οι οποίοι βλέπουν να “καίγονται” ετησίως δισεκατομμύρια δολάρια χωρίς να είναι ορατό στο άμεσο μέλλον το ενδεχόμενο της κερδοφορίας.
Και δεν είναι μόνο τα ιδιωτικά κεφάλαια που βάζουν πλάτη για την ανάπτυξη των challenger banks, αλλά και οι ρυθμιστικές αρχές, οι οποίες δείχνουν λιγότερη αυστηρότητα σε επιχειρηματικές δράσεις που επανειλημμένα έχουν αποδειχτεί αμφιβόλου ποιότητας. Αυτό που συμβαίνει μοιάζει σαν μια μερίδα της αγοράς να ξύπνησε εκνευρισμένη με τις τράπεζες ένα πρωί και να θέλει τις τιμωρήσει για τη συμπεριφορά τους στο παρελθόν.
Ίσως πάλι να είναι μια τάση των καιρών που κάποια στιγμή είτε θα καταλαγιάσει με ήπιο τρόπο ή θα εκραγεί σαν σουπερνόβα. Λίγοι μπορούν να γνωρίζουν την αλήθεια, αλλά το βέβαιο είναι ότι η κατάσταση ωθεί τις τράπεζες σε μια αναγκαστική κούρσα εξέλιξης. Όπως μας λέει ο Χάρης Μαργαρίτης, “Χρειάζεται να περιμένουμε τις εξελίξεις και να κατανοήσουμε ότι οι νέες αυτές επιχειρήσεις έχουν ανεβάσει ψηλά τον πήχη. Επομένως, θα πρέπει να βάλουμε πολύ επιπλέον προσπάθεια για να παραμείνουμε ανταγωνιστικοί. ”
Και συμπληρώνει ο ίδιος, “η στροφή της στρατηγικής μας προς το cloud, διευκολύνει τη συνεργασία μας με fintech εταιρείες, με τις οποίες θα μπορούσαμε να συνεργαστούμε με αμοιβαίο όφελος και για τις δύο πλευρές.”

Η στροφή προς το cloud έχει ξεκινήσει χρόνια πριν
Οι τράπεζες δεν ανακάλυψαν τις υπηρεσίες του cloud χθες. Σε ρεπορτάζ στο περιοδικό Netweek πριν μια πενταετία, ο διευθυντής πληροφορικής της Alpha Bank, μας είχε πει ότι το cloud storage, ήταν μια επιλογή για τα backup των αρχείων του Exchange server που χρησιμοποιούσε τότε η τράπεζα σε δικές της υποδομές. Η ευκολία που προσφέρει η ελαστικότητα των υπηρεσιών cloud, είναι πλέον αποδεδειγμένα ωφέλιμη στην ανάπτυξη ψηφιακών υπηρεσιών. Ο Μανώλης Συλλιγνάκης, Head of Analytics Center of Excellence στην Εθνική Τράπεζα, μας λέει ότι
“Η πρόταση του IT τμήματος της τράπεζας να γίνει υλοποίηση των data analytics εφαρμογών σε περιβάλλον cloud, έχει λύσει τα χέρια του τμήματός κάθε φορά που απαιτούνται επιπλέον πόροι.” Όπως συμπληρώνει ο ίδιος, “Όταν στο παρελθόν χρειαζόμασταν μια επέκταση μνήμης στις on premise υποδομές, έπρεπε να καταθέσουμε ένα αίτημα, το οποίο χρειάζονταν αρκετό χρόνο για να εγκριθεί. Τώρα, απλά ζητάμε από τον πάροχο να μας διαθέσει περισσότερη μνήμη ή αποθηκευτικό χώρο και αυτή η διαδικασία ολοκληρώνεται πολύ γρήγορα.”
Είναι η λύση αυτή και η πιο οικονομική; Αυτό είναι ένα ερώτημα που δεν έχει απαντηθεί με βεβαιότητα. Είναι πολλές οι περιπτώσεις που οι επιχειρήσεις λάμβαναν φουσκωμένους λογαριασμούς, επειδή η ευκολία πρόσβασης στους πόρους του cloud είχε σαν αποτέλεσμα την υπερκατανάλωση. Έχουν γραφτεί εκατοντάδες άρθρα πάνω στο θέμα της διαχείρισης των πόρων του cloud. Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο σε multi-cloud περιβάλλοντα, δεδομένου ότι ο κάθε πάροχος έχει δικό του τρόπο τιμολόγησης και συχνά, οι οργανισμοί ζητούν υπηρεσίες που χρειάζονται για κάποιο διάστημα, αλλά στη συνέχεια μένουν αναξιοποίητες. Τα ξεχασμένα virtual machines είναι μια από τις συνηθέστερες περιπτώσεις κατανάλωσης πόρων και χρήματος. Δεδομένου ότι αρκετές επενδύσεις στο cloud είναι ακόμα φρέσκες, δεν υπάρχουν βέβαια στοιχεία ότι το ¨ευκολότερο” είναι και οικονομικότερο.
Όπως μας λέει ο Χάρης Μαργαρίτης, “Κάθε φορά , πριν περάσουμε μια σημαντική λειτουργία σε αρχιτεκτονική cloud, προηγείται μια μελέτη, η οποία στο βαθμό που είναι εφικτό μας δίνει την εικόνα του οικονομικού οφέλους.” Βέβαια, όπως μας λέει ο Μανώλης Συλλιγκνάκης “η σύγκριση αυτή δεν είναι πάντα εφικτή με την προηγούμενη κατάσταση σε on premise υποδομές, όχι μόνο σχετικά με το οικονομικό όφελος, αλλά και τις επιδόσεις.”
Είναι συχνό φαινόμενο, οι οργανισμοί να παραμελούν μετρήσεις που αφορούν τις επιδόσεις των συστημάτων τους και να επενδύουν σε αναβαθμίσεις είτε για προφανείς λόγους, όπως για παράδειγμα όταν γεμίζει ο αποθηκευτικός χώρος, είτε γιατί κάτι καινούργιο και “γρηγορότερο” εμφανίστηκε. Ένα απλό παράδειγμα αυτής της νοοτροπίας είναι η χρήση των desktops και laptops, τα οποία γεμίζουν με “σκουπίδια” που δημιουργούν τα Windows και γίνονται αργά. Η πρώτη λύση που βρίσκουμε είναι να τα αντικαταστήσουμε με ισχυρότερα, ενώ υπάρχουν λύσεις στο πρόβλημα που ξεφεύγουν από τη νοοτροπία της κατανάλωσης.
Ωστόσο, οι πιεστικοί ρυθμοί της καθημερινότητας του ανταγωνισμού, δεν αφήνουν πολύ χρόνο για ωρίμανση των νέων τεχνολογιών. Αν ένα σημαντικό ποσοστό των ανταγωνιστών ενός επιχειρηματικού τομέα εφαρμόσει μια νέα τεχνολογία, αργά η γρήγορα αυτή θα υιοθετηθεί από την πλειονότητα. Διαφορετικά, αν τελικά η τεχνολογία δεν αποδειχτεί άχρηστη, όσοι αργήσουν πολύ ή δεν την αξιοποιήσουν καθόλου, θα χάσουν ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Στροφή στο cloud για την Τράπεζα Πειραιώς

Η διάθεση της Τράπεζας Πειραιώς να επενδύσει στο ψηφιακό μετασχηματισμό αναδεικνύεται από την επένδυση που κάνει σε ανθρώπινο δυναμικό. Ο Χάρης Μαργαρίτης από τη θέση του Group CIO, έχει μεταξύ άλλων την ευθύνη ενορχήστρωσης σχεδόν 250 ατόμων, τα οποία πρέπει να συνεργαστούν για να επιτευχθούν οι στόχοι του οργανισμού. Επιπλέον, αισθανόμενη τις ανάγκες των καιρών, η τράπεζα έχει δημιουργήσει μια ομάδα με εξειδίκευση στην ανάλυση δεδομένων, η οποία έχει την ευθύνη όχι μόνο να δημιουργεί νέα μοντέλα, αλλά και να προτείνει λύσεις ώστε αυτά να συμβάλουν στην αύξηση των εσόδων.
Πάνω από το επίπεδο του ανθρώπινου δυναμικού, χτίζεται το επίπεδο σύγχρονων τεχνολογικών εργαλείων, τα οποία αναμένεται να συμβάλουν στην επίτευξη των στόχων της τράπεζας. Το πρώτα αποτελέσματα αναμένονται άμεσα, ενώ σε βάθος τριετίας θα έχουν υλοποιηθεί το βήματα προς το πρώτο κεφαλόσκαλο της ανάπτυξης.

Εργαστήκατε για ένα διάστημα στην Ελλάδα, συνεχίσατε εκτός Ελλάδας και τώρα πάλι εδώ. Μέσα από αυτές τις εναλλαγές, ποια είναι η εικόνα που έχετε σχηματίσει για την πληροφορική στην Ελλάδα;

Η εικόνα που έχω σήμερα, είναι εικόνα ελπίδας και προοπτικής και αυτός άλλωστε είναι ένας λόγος που επέλεξα να επιστρέψω στην Ελλάδα. Θεωρώ ότι η πανδημία, αν και δυσάρεστη κατάσταση, λειτούργησε ως καταλύτης για επενδύσεις σε έργα ψηφιακού μετασχηματισμού, κάποια εκ των οποίων θα καθυστερούσαν πολλά χρόνια για να ξεκινήσουν. Προφανώς υπάρχουν ακόμα μεγάλες προκλήσεις, τόσο σε επίπεδο χώρας, αλλά και μέσα στους οργανισμούς, όπως ο δικός μας, αλλά αυτή είναι μια επιπλέον ώθηση για μένα, δεδομένου ότι υπάρχει πεδίο ανάπτυξης. Διαχρονικά, η εικόνα που βρήκα επιστρέφοντας στην Ελλάδα, είναι εκεί που ήταν λογικό να είναι. Για να μιλήσω συγκεκριμένα για τον οργανισμό που εργάζομαι, η Τράπεζα Πειραιώς έχει εκτελέσει έργα πληροφορικής πολύ μεγάλης πολυπλοκότητας σε σύντομο χρονικό διάστημα, κυρίως λόγω των συγχωνεύσεων, τα οποία θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αξιόλογα σε παγκόσμιο επίπεδο. H Τράπεζα Πειραιώς είναι πολύ ώριμη πλέον σε θέματα διακυβέρνησης, γεγονός που δημιουργεί ένα ισχυρό θεμέλιο για τα έργα που έπονται.

Έχει ολοκληρωθεί η ενοποίηση των διαφορετικών συστημάτων των τραπεζών που απορρόφησε η Τράπεζα Πειραιώς;

Θεωρούμε ότι έχει ολοκληρωθεί, παρά το γεγονός ότι δεν έχουμε μια ομοιογενή αρχιτεκτονική και αυτό ήταν επιλογή μας, γιατί το κόστος δημιουργίας της θα ήταν ασύμφορο. Οπότε, έχουμε βρει μια ισορροπία στο μίγμα των πληροφοριακών μας συστημάτων, ώστε να ικανοποιούμε τις επιχειρησιακές μας ανάγκες και να έχουμε ένα περιβάλλον που μπορούμε να υποστηρίξουμε τεχνολογικά.
Οπότε, λογικά στο data centers, αν το φανταστούμε ως μια οντότητα, υπάρχουν ακόμα UNIX συστήματα που θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι μακρινοί απόγονοι των πρώτων mainframes;
Τα περισσότερα από τα συστήματα που μπορούσαν να γίνουν virtualize και να μεταφερθούν σε μοντέρνες υποδομές, έχουν μεταφερθεί, Ωστόσο, στον πυρήνα των τραπεζικών μας εργασιών συνεχίζει να λειτουργεί ένα mainframe σύστημα, το οποίο είναι πλήρως εκσυγχρονισμένο, καθώς ο κατασκευαστής του, συνεχίζει να το επικαιροποιεί με βάση τις τρέχουσες τραπεζικές ανάγκες και μάλιστα θα έχουμε μια “αναζωογόνηση” του στις αρχές του ερχόμενου έτους.
Μετά από αυτήν την αναζωογόνηση, το core σύστημά μας θα είναι έτοιμο να ενταχθεί σε υποδομές hybrid cloud, οι οποίες σχεδιάζονται στο πλαίσιο της στρατηγικής μας.
Με την αναφορά σας στο cloud, μου δίνετε την ευκαιρία να σας ζητήσω να μου περιγράψετε με περισσότερες λεπτομέρειες αυτή τη στρατηγική.
Το cloud δεν είναι για εμάς κάτι που έρχεται, αλλά ένα κομμάτι της πληροφορικής τεχνολογίας που αξιοποιούμε, δεδομένου ότι τα ψηφιακά μας κανάλια και το front office λειτουργούν ήδη σε περιβάλλον cloud. Η παρουσία της Microsoft με data center στη χώρα μας, ενισχύει τη συνεργασία που είχαμε με την εταιρεία και μας δίνει μια επιπλέον ώθηση να εντάξουμε περισσότερες εφαρμογές μας σε περιβάλλον public cloud. Βέβαια, η Τράπεζα Πειραιώς θα συνεχίσει για το άμεσο χρονικό διάστημα να συντηρεί ένα δικό της data centre πλήρως λειτουργικό, είτε σε δικές της υποδομές, είτε σε υποδομές τρίτων, προκειμένου να έχει τη μέγιστη ασφάλεια, ακόμα και στο πιο απίθανο σενάριο.
Σε επίπεδο υπηρεσιών, βλέπουμε περισσότερες επενδύσεις σε SaaS και PaaS, ώστε σε βάθος τριετίας να έχουμε μετασχηματίσει και μεταφέρει ένα 70% περίπου των λειτουργιών μας σε public cloud. Στο πλαίσιο αυτό, στόχος μας είναι να απλοποιήσουμε και το πορτφόλιο των εφαρμογών που διαχειριζόμαστε, το οποίο είναι αρκετά σύνθετο, οπότε με αυτό τον τρόπο θα περιορίσουμε και το κόστος συντήρησης συστημάτων. Συχνά, αυτή η πολυπλοκότητα στη συντήρηση συστημάτων, γίνεται εμπόδιο για τους οργανισμούς στην ανάπτυξη νέων υπηρεσιών. Οπότε θεωρούμε ότι παράλληλα με τη μείωση του λειτουργικού κόστους, η μετάβαση στο cloud θα μας κάνει και περισσότερο ευέλικτους.

Υποθέτω ότι οι βασικοί σας προμηθευτές έχουν ήδη μετασχηματιστεί και μπορούν να σας υποστηρίξουν στη νέα σας στρατηγική. Ωστόσο, θεωρείτε ότι η μετάβαση έγινε με ριζικές αλλαγές ή υπάρχουν περιπτώσεις που οι παλιές εφαρμογές “χώρεσαν” στο cloud;

Πράγματι, η δημιουργία cloud native εφαρμογών είναι ένα σημαντικό κριτήριο για την επιλογή των προμηθευτών μας. Πολλοί προμηθευτές αρχικά ακολούθησαν τον εύκολο δρόμο του “containerization” των παραδοσιακών n-tier αρχιτεκτονικών και βάφτισαν τα προϊόντα τους ως “cloud ready”. Αυτή η προσέγγιση δεν επιτρέπει των αξιοποίηση όλων των δυνατοτήτων. Θεωρώ όμως ότι τώρα οι βασικοί μας προμηθευτές έχουν κάνει αυτή τη μετάβαση σε ποσοστό που μπορεί να πλησιάζει και το 80% και αυτό συνέβη κυρίως στα 3 έως 5 τελευταία χρόνια.
Επίσης, μαζί με τους στρατηγικούς μας συνεργάτες, με τους οποίους λειτουργούμε τα software factories της Τράπεζας στους τομείς του digital banking, process automation και data management & analytics, ακολουθούμε μια συστηματική cloud-first προσέγγιση στο σχεδιασμό των νέων τεχνολογικών μας υποδομών.

Θα μπορούσατε να πείτε το ίδιο και για τα core banking συστήματα;

Αυτός είναι πιο δύσκολος τομέας για εξελίξεις και η δυσκολία πηγάζει από το γεγονός ότι όλοι αυτοί οι οργανισμοί έχουν κρίσιμης σημασίας υποδομές σε πολλούς πελάτες, τους οποίους πρέπει να συνεχίσουν να υποστηρίζουν αδιάλειπτα και δεν μπορούν να τους πιέσουν να ανανεώσουν τις υποδομές τους. Για αυτό και όλοι προσπαθούν να έχουν μια διαδρομή μετάβασης σε νέες εκδόσεις, η οποία να μην απαιτεί υλοποίηση εκ νέου των θεμελιωδών υποδομών. Ωστόσο, υπάρχουν κάποιοι κατασκευαστές που έχουν κάνει σημαντικά βήματα και επίσης η ανάδυση των challenger banks τροφοδότησε την ανάπτυξη νέων κατασκευαστών, οι οποίοι έχουν δημιουργήσει core banking συστήματα βασισμένα σε cloud native αρχιτεκτονική. Θα πρέπει όμως να αναφέρουμε και ότι τα δυσνόητα όρια της έννοιας “core banking” αδικούν σε κάποιες περιπτώσεις ενέργειες που έχουν γίνει. Σχεδόν όλοι οι κατασκευαστές λογισμικού του χώρου έχουν επεκτείνει τα παραδοσιακά όρια των core banking πλατφόρμων σε περισσότερες λειτουργικές περιοχές, όπως το CRM, το product origination, τα pricing engines, το wealth management, και άλλες. Πολλές από αυτές τις δυνατότητες έχουν υλοποιηθεί με νέες αρχιτεκτονικές που είναι σύμφωνες με τα σύγχρονα παραδείγματα και παρέχονται με managed services ή SaaS μοντέλα. Η τεχνολογική στρατηγική μας στην Τράπεζα Πειραιώς βασίζεται στον σταδιακό μετασχηματισμό των περιοχών του ‘core banking’ υιοθετώντας τέτοιες λύσεις που παρέχουν μεγαλύτερη τυποποίηση, βασιζόμενοι σε πρότυπα και συνεργασίες. Οι προτεραιότητες μας είναι στις περιοχές, οι οποίες απαιτούνται να ενισχυθούν για να υποστηρίξουν την επιχειρηματική μας στρατηγική.
Η συγκέντρωση του μεγαλύτερου μεριδίου της αγοράς σε λίγες εταιρείες που προσφέρουν public cloud πλατφόρμες, αλλά και SaaS και PaaS, είναι κάτι που σας ανησυχεί;
Σίγουρα η συγκέντρωση στις 4-5 μεγάλες εταιρείες που προσφέρουν cloud υπηρεσίες είναι ένα θέμα που απασχολεί όλες τις ρυθμιστικές αρχές σε παγκόσμιο επίπεδο. Θεωρώ όμως πως τα τελευταία χρόνια έχει συντελεστεί σημαντική πρόοδος αναφορικά με τους κανόνες λειτουργίας και ελέγχου αυτών των εταιρειών. Η προσέγγιση μας για τη διαχείριση των όποιων κινδύνων απορρέουν από αυτή τη συγκέντρωση, σύμφωνα και με τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών, είναι να αξιοποιούμε τεχνικούς μηχανισμούς όπως την κρυπτογράφηση των δεδομένων και τη δυνατότητα μεταφοράς του υπολογιστικού φορτίου σε on premise cloud περιβάλλοντα, καθώς και εξειδικευμένους όρους συνεργασίας που διασφαλίζουν την ποιότητα των υπηρεσιών και δίνουν τη δυνατότητα διενέργειας όποιων απαιτούμενων ελέγχων στις υποδομές των παρόχων.
Πρέπει επίσης να θυμόμαστε πως στην τεχνολογία της πληροφορικής, κάπως έτσι ήταν πάντοτε τα πράγματα, δηλαδή πάντα υπήρχε σημαντική εξάρτηση από λίγες μεγάλες εταιρείες σε θέματα θεμελιωδών τεχνολογιών. Αυτό όμως δεν περιόρισε το κίνημα του open source, το οποίο είναι επίσης ένας από τους βασικούς λόγους της αλματώδης ανάπτυξης στις τεχνολογίες πληροφορικής την τελευταία δεκαετία.
Οπότε αν σας έδιναν πόρους για να κάνετε τη δική σας ανάπτυξη λογισμικού, όπως για παράδειγμα έκανε η Εσθονία με την e-government πλατφόρμα της, θα προτιμούσατε τις διαθέσιμες λύσεις;
Νομίζω ότι οι πόροι που θα χρειάζονταν για να κάνει κάτι τέτοιο ένας οργανισμός, ακόμα και με το μέγεθος μιας τράπεζας, θα ήταν δύσκολο να υποστηρίξουν τη βιωσιμότητα του έργου. Οπότε εμπιστευόμαστε το πλαίσιο που έχει δημιουργηθεί τόσο σε επίπεδο χωρών, όσο και σε επίπεδο ΕΕ και ρυθμίζει τη λειτουργία και τις απαιτήσεις των μεγάλων παρόχων τεχνολογίας.

Ας αφήσουμε στην άκρη της ανησυχίες και να εστιάσουμε στη νέα τάση της ανάλυσης δεδομένων, η οποία αφορά στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης. Για τον τραπεζικό τομέα, η ανάλυση δεδομένων είναι βασικό εργαλείο, με την τεχνητή νοημοσύνη ποια είναι η εικόνα που έχετε σχηματίσει μέχρι τώρα;

Οι τεχνικές ανάλυσης δεδομένων, στατιστικής μοντελοποίησης και μηχανικής εκμάθησης έχουν ήδη πολλές πρακτικές εφαρμογές στον τραπεζικό τομέα σε τομείς όπως η διαχείριση ρίσκου και η δημιουργία νέων προϊόντων και υπηρεσιών. Ήδη, πριν φύγω από την Ελλάδα το 2013, είχαμε υλοποιήσει στην τράπεζα που εργαζόμουν τότε, ένα πλήρως αυτοματοποιημένο σύστημα για αξιολόγηση δανείων που βασιζόταν σε πλήθος επιχειρησιακών κανόνων, οι οποίοι είχαν παραχθεί μέσω τεχνικών information engineering.
Η μεγάλη διαφορά σήμερα οφείλεται στην εκρηκτική αύξηση του όγκου των δεδομένων, της διαθέσιμης υπολογιστικής ισχύος και την εξέλιξης των αλγορίθμων μηχανικής εκμάθησης. Αυτός ο συνδυασμός έχει καταστήσει εφικτές ένα πλήθος από νέες εφαρμογές, πολλές από αυτές με άμεσα, μετρήσιμα οφέλη.
Για παράδειγμα, η Τράπεζα Πειραιώς αξιοποιώντας big data υποδομές σε public cloud έχει δημιουργήσει ένα προβλεπτικό μοντέλο για τη βελτιστοποίηση της αναπλήρωση των ATMs με σημαντικά οφέλη εξοικονόμησης κόστους. Επίσης, σήμερα αξιοποιούμε τεχνικές τεχνητής νοημοσύνης για την αναγνώριση και αντιμετώπιση ύποπτων συναλλαγών, την υλοποίηση chatbots για υποστήριξη πελατών και εξετάζουμε την χρήση τους στην παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε διάφορους τομείς.Είναι σημαντικό επίσης να πειραματιζόμαστε ακόμα και σε περιοχές όπου τα αποτελέσματα δεν είναι άμεσα ορατά, γιατί μόνο έτσι μπορούμε να αδράξουμε ευκαιρίες που θα μας επιτρέψουν να καινοτομήσουμε και να είμαστε ανταγωνιστικοί. Αρκετοί οργανισμοί πλέον, ειδικά οι νεοφυείς εταιρείες τεχνολογίας, ακολουθούν μια AI-first προσέγγιση στο σχεδιασμό λύσεων και προϊόντων. Η πρόθεσή μας να επενδύσουμε στις σύγχρονες τεχνολογίες ανάλυσης δεδομένων στην Τράπεζα Πειραιώς είναι ξεκάθαρη και για αυτό δημιουργήσαμε μια ειδική ομάδα ανθρώπων σε ξεχωριστή διεύθυνση, η οποία έχει στόχο όχι μόνο να αξιοποιήσει την τεχνολογία, αλλά να προτείνει και έργα αξιοποίησης των δεδομένων που θα έχουν άμεσο οικονομικό όφελος για τον οργανισμό.

Η αυτοματοποίηση των λειτουργιών του οργανισμού, έχει ως αποτέλεσμα σε αρκετές περιπτώσεις τον περιορισμό της επαφής του πελάτη με το ανθρώπινο δυναμικό σας. Από τη μια αυτό βελτιώνει τα λειτουργικά έξοδα του οργανισμού, από την άλλη περνά στο τμήμα πληροφορικής ένα μεγαλύτερο ποσοστό ευθύνης της εξυπηρέτησης των πελατών.

Έχετε δίκιο. Τα τμήματα πληροφορικής αναλαμβάνουν μια μεγάλη ευθύνη και ενώ συχνά λέμε ότι αυτό που σχεδιάζουμε πρέπει να έχει τον πελάτη στο επίκεντρο, στην πράξη αυτό είναι δύσκολο να υλοποιηθεί. Τα ψηφιακά κανάλια μας βοηθούν να αποκτήσουμε πολύ περισσότερη πληροφορία για τη συμπεριφορά του πελάτη και επομένως να γνωρίζουμε με αν είναι ευχαριστημένος ή δυσαρεστημένος, αλλά σημαντική είναι και η συμβολή της ανθρώπινης επικοινωνίας. Για αυτό στη δική μας στρατηγική ένας από τους στόχους είναι ένα μείγμα από τεχνολογίες και ανθρώπους που τελικά θα προσφέρουν τη βέλτιστη εμπειρία στους πελάτες μας. Θεωρώ όμως ότι και οι πελάτες πλέον ζητούν περισσότερο τη ψηφιακή επικοινωνία με τις τράπεζες και επομένως χρειάζεται να κάνουμε δράσεις προς αυτήν την κατεύθυνση.
Η ψηφιακή υπογραφή, την οποία υιοθετήσαμε είναι μια από τις δράσεις που μας έχουν βοηθήσει προς αυτήν την κατεύθυνση, όπως και η υλοποίηση συστήματος videoconferencing με τους πελάτες.
Η δυσκολία του έργου μας, είναι να γίνουν όλες αυτές οι αλλαγές με τη λιγότερη ενόχληση για τους πελάτες και με τη μέγιστη δυνατή ασφάλεια. Επίσης, η ευθύνη αυτή μεγεθύνει τη σημασία της συνεχούς κατάρτισης και εξειδίκευσης των εργαζομένων στα τμήματα πληροφορικής. Για το λόγο αυτό, έχουμε θέσει σε εφαρμογή ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης και πιστοποίησης σε σύγχρονες τεχνολογίες και πρακτικές, με ιδιαίτερη έμφαση στις θεματικές περιοχές που σχετίζονται με το cloud

Στην ανταγωνιστική αρένα που μπήκαν πριν από μερικά χρόνια οι challenger banks, η εικόνα που βλέπουμε αυτή τη στιγμή είναι να χάνουν οι “παλιοί” μερίδια σε συγκεκριμένους τομείς από τους “καινούργιους”, οι οποίοι προσφέρουν ταχύτερα ποιοτικότερες και οικονομικότερες υπηρεσίες. Που βλέπετε να οδηγεί αυτή η κατάσταση;

Αυτό που συμβαίνει σε αυτήν τη φάση, είναι η προσπάθεια κάποιων επιχειρήσεων που δεν έχουν τα βαρίδια των τραπεζών, δηλαδή τις legacy τεχνολογικές υποδομές, πολύπλοκες εσωτερικές διαδικασίες και τα αυστηρά κανονιστικά πλαίσια, να πάρουν μερίδιο της αγοράς. Ωστόσο, αυτό που έχουμε δει μέχρι τώρα στην προσπάθεια τους, είναι να δαπανούν σημαντικά κεφάλαια, χωρίς ακόμα να έχουν πετύχει κερδοφορία. Επομένως, χρειάζεται να περιμένουμε τις εξελίξεις και να κατανοήσουμε ότι οι νέες αυτές επιχειρήσεις έχουν ανεβάσει ψηλά τον πήχη και επομένως θα πρέπει να βάλουμε πολύ επιπλέον προσπάθεια για να παραμείνουμε ανταγωνιστικοί. Αξίζει να αναφέρουμε εδώ, ότι η στροφή της στρατηγικής μας προς το cloud, διευκολύνει τη συνεργασία μας με fintech εταιρείες, με τις οποίες θα μπορούσαμε να συνεργαστούμε με αμοιβαίο όφελος και για τις δύο πλευρές.

Δεν αναφέρθηκα στο θέμα της ασφάλειας, γιατί θεωρώ ότι πρέπει να είναι τόσο δεδομένη για μια τράπεζα, όσο και για μια αεροπορική εταιρεία.

Ναι, ισχύει αυτό και επιπλέον είναι ένα πολύπλοκο θέμα που θα χρειάζονταν από μόνο του μια συνέντευξη. Σε γενικές γραμμές, η ασφάλεια και η προστασία που οι Τράπεζες μπορούν να παρέχουν στους πελάτες τους έναντι των απειλών του κυβερνοχώρου αποτελεί πλέον βασικό παράγοντα διαφοροποίησης και μπορεί να καταστεί ανταγωνιστικό πλεονέκτημα.

Το μεγάλο σορτάρισμα – χωρίς τον Christian Bale

Hedge funds εναντίον μικροεπενδυτών και τούμπαλιν. Ένα χρονικό για το πώς απλός κόσμος κατέληξε να παίρνει σημαντικό μερίδιο της πίτας από τα κέρδη των μετοχών. Μια τάση – πυροτέχνημα ή η απαρχή μιας νέας κανονικότητας;

“We are holding are shares, they are holding their short positions. This is war. I don’t care what ticker you support it’s us against them. We all know who will give up first”. 
Μηνύματα, όπως αυτό, αλλά και άλλα με λιγότερο ήπιο λόγο, δημοσιοποιούνται κατά χιλιάδες καθημερινά σε πλατφόρμες, όπως το Reddit, όπου οι μικροεπενδυτές συναντιούνται για να εμψυχώσουν και να ενημερώσουν ο ένας τον άλλο.

Δεν γνωρίζουμε πως ξεκίνησε όλο αυτό, γνωρίζουμε όμως ότι η αρχή έγινε με τη μετοχή της GameStop Corp., συνεχίστηκε με τη μετοχή της AMC Entertainment, η οποία διαθέτει ένα μεγάλο δίκτυο κινηματογραφικών αιθουσών και πλέον πεδία “μαχών” εμφανίζονται διαρκώς. Στα πρώτα βήματα, όπως είναι φυσικό το επενδυτικό κοινό  σε μεγάλο ποσοστό θεωρούσε χαμένη τη μάχη των μικροεπενδυτών απέναντι σε τεράστιες εταιρείες διαχείρισης κεφαλαίων, όμως σύντομα τα γεγονότα άλλαξαν τις ισορροπίες.

Σύμφωνα με το Business Insider, οι short-sellers είχαν ζημίες 19 δισεκατομμυρίων δολαρίων πριν κλείσει ο Ιανουάριος του 2021, μόνο από τις μάχες που έχασαν με τη μετοχή της GME. Τα hedge funds που είχαν τις μεγαλύτερες απώλειες, όπως τα Melvin, Point72 και D1, είχαν στοιχηματίσει πολλά στην πτώση της μετοχής, η οποία τελικά με τη συντονισμένη δράση μικροεπενδυτών εκτινάχθηκε μέχρι και 1500% πάνω από την χαμηλότερη αξία της.

Καθώς, η τιμή διαρκώς ανέβαινε, οι short sellers έπρεπε να “καλύψουν” τις θέσεις τους και επομένως να αγοράσουν με “πραγματικά” χρήματα τις μετοχές που “θεωρητικά” είχαν στην κατοχή τους. Αυτή όμως είναι η κορυφή του παγόβουνου, καθώς η εταιρεία αναλύσεων Ortex εκτιμά ότι οι συνολικές ζημιές για τους short-sellers θα υπερβαίνουν τα 70 δισεκατομμύρια δολάρια.

Το δεύτερο σημαντικό γεγονός ήταν η διάρκεια των μαχών. Όπως γράφει το The Verge σε άρθρο του, “Αυτήν την περίοδο, πολλοί μένουν στο σπίτι τους και βαριούνται”, οπότε το day trading είναι μια απασχόληση, η οποία προσφέρει αδρεναλίνη και αν όλα πάνε καλά, μπορεί να αφήσει κέρδος. Από τα 70 δισεκατομμύρια δολάρια που χάθηκαν από τα “πορτοφόλια” των hedge funds, είναι δεδομένο ότι ένα ποσοστό κατέληξε στα “πορτοφόλια” των μικροεπενδυτών. Ακόμα και αν κάποιοι από αυτούς φάνηκαν αρκετά άπληστοι, είναι πιθανό να είχαν κέρδη 100 έως και 300%.

“It is the right time to sell my stocks” γράφει ένας από αυτούς στην πλατφόρμα Stocktwits καισυμπληρώνει “Thank you Citadel that help me buy a new house”. (Η Citadel που αναφέρεται, δεν έχει σχέση με την Citadel Securities, η οποία αναφέρεται στη συνέχεια).

Τα “διαδικτιακά” χρηματιστηριακά γραφεία έπαιξαν καταλυτικό ρόλο
Κάθε φορά που ένας επενδυτής αγοράζει η πουλά μια μετοχή ή κάποιο άλλο χρηματιστηριακό προϊόν, πρέπει να πληρώνει μια προμήθεια. Ή μήπως δεν είναι έτσι; Νέες σχετικά πλατφόρμες, όπως το Robinhood, έχουν κάνει πολύ εύκολη και κυρίως πολύ φθηνή την αγοραπωλησία μετοχών, options και συναλλάγματος.

Επομένως, χρηματιστηριακά προϊόντα που μέχρι πρόσφατα ήταν άβατα στο μέσο επενδυτή, τώρα αποτελούν αφορμές για παιχνίδι και επικοινωνία “καφενείου”, όπως θα ήταν ένα στοίχημα σε αγώνα ποδοσφαίρου.

Η διαφορά είναι ότι ενώ στον αγώνα ποδοσφαίρου δεν υπάρχει “ταξική” διαμάχη, αν και κάποιοι θα υποστηρίξουν ότι και εκεί υπάρχει, οι μικροεπενδυτές με τα οφέλη που αποκομίζουν από τα στοιχήματα νιώθουν ότι πλήττουν τα μεγάλα κεφάλαια. Με αυτοσαρκασμό μάλιστα αποκαλούν τους εαυτούς τους “apes”, εμπνευσμένοι από την ταινία “The planet of the Apes”.

Είναι όμως μόνο οι “πίθηκοι” που δίνουν τις μάχες; Το πως έχουν εξελιχθεί τα πράγματα από τον Ιανουάριο και μετά, δείχνει ότι στο παρασκήνιο κινούνται και άλλες δυνάμεις, κάποιες εκ των οποίων έχουν “διπλανά” γραφεία με τους χαμένους της Wall Street. Μια μετα-ανάλυση των δεδομένων συναλλαγών χρηματιστηριακών προϊόντων υψηλής διακύμανσης έδειξε ότι οι αλγόριθμοι high-frequency trading πήραν μέρος στο παιχνίδι, μένοντας στις σκιές της ¨μεγάλης” μάχης.

Οι αλγόριθμοι αυτοί ανήκουν σε χρηματιστηριακές εταιρείες, όπως η Citadel Securities, οι οποίες έχουν τη δυνατότητα να επενδύσουν δισεκατομμύρια δολάρια σε χρονικά διαστήματα λίγων λεπτών, αξιοποιώντας ακόμα και μεταβολή μερικών cents σε μια μετοχή. Επίσης, ο παγκοσμίου φήμης “καινοτόμος” επενδυτής Elon Musk, ο οποίος πρόσφατα με μια δήλωση του βύθισε την αξία του bitcoin, παρακολουθούσε και τότε από κοντά τις εξελίξεις.

Οπότε, δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι λίγο πολύ όλοι πήραν μέρος στο παιχνίδι, το οποίο ενώ συνήθως ήταν μόνο για ¨μεγάλα” παιδιά, αυτήν τη φορά άνοιξε τις πόρτες του και στους αρχάριους. Σχόλια στο forum του Robinhood, όπως “Τι είναι η χρηματιστηριακή αγορά;” και “Τι είναι το day trading;”, δείχνουν ότι κάποιοι νεοεισερχόμενοι είδαν φως και μπήκαν. Ωστόσο, η απουσία γνώσης αυτών των ανθρώπων είναι αντιστρόφως ανάλογη του ενθουσιασμού τους.

Οι βετεράνοι έσπευσαν να κριτικάρουν την κατάσταση, λέγοντας ότι η χρηματιστηριακή αγορά απέκτησε και μια εικόνα καφενείου (στα αγγλικά η λέξη που χρησιμοποιήθηκε ήταν saloon), όπου ακούγονται “χοντρά” αστεία και προσβολές. Οι ποιο αυστηροί διευθυντές χρηματιστηριακών εταιρειών, άλλοτε με μειδίαμα και άλλοτε με παρατεταμένο το δείκτη, προειδοποιούσαν τους “πιθήκους” ότι αν συνεχίσουν να παίζουν παιχνίδια που δεν ξέρουν θα χάσουν τα χρήματά τους.

Υπάρχουν αρκετές μελέτες σχετικά με το ποσοστό που το πλήθος των μικροεπενδυτών επηρέασε την αγορά. Οι συντάκτες της μελέτης “The Equity Market Implications of the Retail Investment Boom” θεωρούν ότι μόνο οι εγγεγραμμένοι στην πλατφόρμα Robinhood, διαμόρφωσαν περίπου το 7% των συναλλαγών αν και με δυσκολία έχουν στην κατοχή τους περισσότερο από το 0,2% της κεφαλαιοποίησης της αγοράς των ΗΠΑ.

Εάν αυτό το συμπέρασμα είναι σωστό, σημαίνει ότι μόλις 65 δισεκατομμύρια δολάρια, αύξησαν την κεφαλαιοποίηση της αγοράς των ΗΠΑ περίπου 1%. Και όπως είπαμε αυτή η εκτίμηση αφορά μόνο την πλατφόρμα Robinhood.

Τελείωσε το πάρτι ή οι συμμετέχοντες ξεκουράζονται μέχρι το επόμενο;
Όπως όλα τα πάρτι, έτσι και αυτό έφτασε στο τέλος του, γράφει η The Wall Street Journal. Σύμφωνα με το άρθρο της εφημερίδας που δημοσιεύτηκε λίγο πριν τελειώσει ο Μάρτιος, “Στις 26 Μαρτίου, οι μικροεπενδυτές αγόρασαν περίπου 772 εκατομμύρια δολάρια μετοχών στις ΗΠΑ, δηλαδή 60% λιγότερα από τα 2 δισεκατομμύρια δολάρια στις 29 Ιανουαρίου. “Δεν ήταν όλοι κερδισμένοι από την υψηλή μεταβλητότητα της αγοράς”, γράφουν σε άρθρο τους οι Financial Times.

Ωστόσο, τα γεγονότα αποτελούν πλέον ορόσημο και η κοινότητα των μικροεπενδυτών, χρησιμοποιώντας διάφορα κανάλια επικοινωνίας, βρίσκεται σε εγρήγορση. Οι υπόλοιποι παίκτες της αγοράς θα πρέπει να τους θεωρήσουν υπολογίσιμη δύναμη και να συμπεριλάβουν τη συμπεριφορά τους στα μοντέλα πρόβλεψης.  Στη διάρκεια των μηνών της άνοιξης, οι μικροεπενδυτές δημιούργησαν μια νέα τάση, η οποία έγινε γνωστή ως “reopening trade” και αφορούσε μετοχές αεροπορικών εταιρειών, και εταιρειών κρουαζιέρας.

Στόχος τους ήταν ένα γρήγορο κέρδος, το οποίο βασίζονταν στην ελπίδα ότι αυτές οι μετοχές θα είχαν μεγάλη αύξηση, όταν θα ανακοινώνονταν το τέλος του lock down. Στους τρεις μήνες της άνοιξης, η ζήτηση των μικροεπενδυτών αντιστοιχούσε σε ποσοστό άνω του 50% του συνόλου των συναλλαγών σε αυτές τις μετοχές. Ο Larry Tabb, ένας βετεράνος αναλυτής της  Bloomberg Intelligence εκτιμά ότι οι μικροεπενδυτές αναλογούν πλέον στο 23% του συνόλου των συναλλαγών σε μετοχές.

Το ποσοστό αυτό είναι παραπάνω από διπλάσιο σε σχέση με το 2019 και δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να το αγνοήσει. Η έκρηξη του ενδιαφέροντος των μικροεπενδυτών ήταν ένα παγκόσμιο φαινόμενο, το οποίο έγινε αιτία για τη δημιουργία ομάδων συζητήσεων σε πολυπληθείς ή λιγότερο γνωστές πλατφόρμες από τη Νότια Κορέα μέχρι τη Νορβηγία. Μέχρι και τον Μάρτιο, η Robinhood είχε φτάσει τα 13 εκατομμύρια χρήστες και η εφαρμογή της εταιρείας αναλύσεων Apptopia είχε 3,4 εκατομμύρια downloads μόνο στον περασμένο Ιανουάριο.

Ανάλογα φαινόμενα παρουσιάστηκαν και σε άλλες online πλατφόρμες συναλλαγών, όπως των Interactive Brokers και EΤrade, οι οποίες δεν προσφέρουν τις μηδενικές χρεώσεις της Robinhood, αλλά οι προμήθειες τους είναι σημαντικά χαμηλότερες σε σχέση με τους βετεράνους της αγοράς.  Σύμφωνα με μια μελέτη της Deutsche Bank, παραπάνω από τους μισούς μικροεπενδυτές στις ΗΠΑ που συμμετείχαν σε αυτήν την επενδυτική έξαρση δεν είχαν ασχοληθεί ποτέ στο παρελθόν με χρηματιστηριακές συναλλαγές. Το προφίλ τους δείχνει κυρίως νεαρές ηλικίες κάτω των 34 ετών.

Καθώς, η κατάσταση θα ηρεμεί ένα ποσοστό των επενδυτών θα βγουν από την αγορά με την ίδια ταχύτητα που μπήκαν. Όσοι όμως μείνουν θα έχουν ανάγκη από εργαλεία που θα τους προσφέρουν ενημέρωση, γρήγορες συναλλαγές με χαμηλές ή μηδενικές προμήθειες και ψηφιακά πορτοφόλια για να τροφοδοτούν τις επενδύσεις ή να ρευστοποιούν τα κέρδη τους.

Αδιαφορία – επί του παρόντος – για το Open Banking

Η αλήθεια είναι ότι όταν καίγεται το σπίτι σου δεν κοιτάς να σώσεις πρώτα τα σεμεδάκια. Από την άλλη κάποια στιγμή η φωτιά θα σβήσει και το open banking θα γίνει ένα εργαλείο για να βελτιώσει ο χρηματοοικονομικός τομέας τις υπηρεσίες που προσφέρει.

Τι ωθεί τον Andrew Beatty να δημοσιεύσει άρθρο στο International Banker με τίτλο “2021: The year of open banking”΄; Στην εισαγωγή του άρθρου διαβάζουμε ότι περισσότεροι από 2 εκατομμύρια Βρετανοί χρησιμοποιούν ήδη εφαρμογές που βασίζονται στο open banking. Δηλαδή, κάτι λιγότερο από το 3% του πληθυσμού και μάλιστα σε μια χώρα που χαρακτηρίζεται για την ωριμότητά της στις ψηφιακές χρηματοοικονομικές υπηρεσίες.

Μήπως, ο Beatty προσπαθεί να δημιουργήσει ένα κλίμα αισιοδοξίας, δεδομένου είναι είναι αντιπρόεδρος στην εταιρείας, η οποία πουλάει υπηρεσίες τεχνολογίας; Είναι πιθανό, αλλά πριν χαρακτηρίσουμε το άρθρο ως “advertorial” θα είχε νόημα να διαβάσουμε και μερικές παραγράφους παρακάτω, όπου ο Beatty αναφέρει ότι οι ρυθμιστικές αρχές δημιούργησαν το πλαίσιο του Open Banking, προκειμένου να ενδυναμώσουν τον ανταγωνισμό στον χρηματοοικονομικό τομέα.

Στόχος τους δηλαδή ήταν να βάλουν στο στο παιχνίδι εταιρείες μικρότερης εμβέλειας, όπως οι startups. Σε αυτό έχει ένα δίκιο ο Beatty. Όμως το επόμενο ερώτημα είναι αν πράγματι οι “μικρές” εταιρείες χρειάζονται πρόσβαση στα ανοιχτά δεδομένα, για να γίνουν ανταγωνιστικές; Ας πάρουμε δύο παραδείγματα.

Η Revolut, η οποία έχει ξεφύγει πλέον από το στάδιο της startup και έχει γίνει ένας σοβαρός ανταγωνιστής στον τραπεζικό τομέα, δε φαίνεται να έχει ενδιαφερθεί ιδιαίτερα να προσθέσει στην εφαρμογή της υπηρεσίες που  θα έδιναν στους πελάτες της τη δυνατότητα να έχουν μια ενοποιημένη εικόνα λογαριασμών ή να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες που θα συνέδεαν λογαριασμούς πελατών της.

Στην ίδια νοοτροπία κινείται και η Excelon, η οποία σύμφωνα με τον … δεν ενδιαφέρεται προσωρινά να δημιουργήσει κάποιες υπηρεσίες που θα αξιοποιήσουν το πλαίσιο του Open Banking.

Ίσως αργότερα στην πορεία της, η εταιρεία θα χρειαστεί αυτές τις υπηρεσίες, προκειμένου να διαφοροποιηθεί από τον ανταγωνισμό, αλλά σε αυτήν τη φάση, έχει εστιάσει την προσπάθεια διαφοροποίησης σε πιο ουσιαστικά θεμέλια.

Τι λένε οι τράπεζες για την κατάσταση;
Στην Ελλάδα δεν ενδιαφέρθηκαν να σχολιάσουν επί του θέματος. Η βασική μας απορία, την οποία μόνο εκπρόσωποι των τραπεζών θα μπορούσαν να απαντήσουν, είχε να κάνει με το πλήθος των εταιρειών που έχουν αιτηθεί για τη χρήση των API που βοηθούν στην υλοποίηση του Open Banking, καθώς επίσης και το προφίλ των εταιρειών αυτών.

Αν για παράδειγμα γνωρίζαμε ότι 10 εταιρείες που έχουν χρηματοδοτηθεί με κάτι παραπάνω από seeds, έχουν αιτηθεί και ετοιμάζονται να υλοποιήσουν εφαρμογές, θα είχαμε μια ένδειξη. Αν γνωρίζαμε ότι τα αιτήματα προέρχονται από ομάδες που συμμετέχουν στους διαγωνισμούς που πραγματοποιούν οι τράπεζες και μέσα από αυτές τις ομάδες μπορεί να προκύψει κάποια αξιόλογη εταιρεία μετά από 3 ή 5 χρόνια, τότε θα είχαμε μια διαφορετική ένδειξη.

Οι τράπεζες δεν απάντησαν στα ερωτήματά μας και επομένως σε αυτήν τη φάση δεν έχουμε εικόνα ή για την ακρίβεια δεν έχουν αποδεδειγμένη εικόνα, καθώς από συζητήσεις που έγιναν με σχετικούς της αγοράς, η εικόνα που φαίνεται να προκύπτει είναι πιο κοντά στη δεύτερη από τις παραπάνω περιπτώσεις.

Είναι όμως μόνο η έλλειψη ενδιαφέροντος η μόνη αιτία που δεν έχουμε δει ακόμα την αναμενόμενη ανάπτυξη; Οι περισσότεροι συμφωνούν ότι η ωριμότητα των APIs δεν είναι ακόμα επαρκής. Επίσης, δεν υπάρχει ένα παγκόσμιο API πρότυπο και καθώς διαφορετικές χώρες έχουν διαφορετικά ρυθμιστικά πλαίσια, η υλοποίηση λύσεων είναι συχνά πολύπλοκη. Ωστόσο, η βασική ανασταλτική αιτία είναι η πανδημία.

Αυτήν την περίοδο, οι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί έχουν εστιάσει σε ενέργειες που είτε θα αποτρέψουν σημαντικές ζημιές λόγω της πανδημίας, είτε θα τους βοηθήσουν να εκμεταλλευτούν στο μέγιστο τις αδυναμίες των ανταγωνιστών τους και να πάρουν μερίδιο των πελατών τους. Οπότε, μια fintech που θα καταφέρει να προσφέρει προμήθειες σε εμβάσματα 10% φθηνότερα από τον ανταγωνισμό της δεν έχει λόγο να ασχοληθεί σε αυτήν τη φάση με υπηρεσίες που θα επιτρέπουν στους πελάτες της να βλέπουν το υπόλοιπο του λογαριασμού τους σε άλλες τράπεζες.

Η ευθύνη της ασφάλειας είναι ένα σημαντικό εμπόδιο
Διαρροές δεδομένων, κλειδωμένα αρχεία που ξεκλειδώνουν μόνο με πληρωμή λύτρων και DDOS επιθέσεις, καταγράφονται πλέον καθημερινά σε αναφορές που απευθύνονται σε ρυθμιστικές αρχές και σε δημοσιεύματα στα ΜΜΕ στις περιπτώσεις που η “ζημιά” είναι μεγάλων διαστάσεων.

Θα μπορούσε λοιπόν να πει κάποιος ότι δεν είναι κατάλληλη περίοδος για να ανοίγουν οι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί περισσότερες πόρτες σε κυβερνοεγκληματίες. Τα APIs που χρησιμοποιούνται στο open banking θα μπορούσαν να γίνουν κερκόπορτες, αφήνοντας  εκτεθειμένα κρίσιμα συστήματα.

Επομένως, οι νέες απειλές απαιτούν και νέα πρωτόκολλα αντιμετώπισης. Οι οργανισμοί χρειάζονται υποδομές και εφαρμογές που θα τους επιτρέψουν να αναγνωρίζουν τα “αδύνατα” σημεία των APIs που έχουν κατασκευαστεί από τρίτους. Η επίτευξη του στόχου θα μπορούσε να γίνει μέσω multi factor authentication και αλγόριθμους τεχνητής νοημοσύνης και μηχανικής μάθησης.

Ωστόσο, ένα ερώτημα που θα χρειαστεί να απαντηθεί σε περιστατικά παραβίασης, είναι ποιος φέρει την ευθύνη απέναντι στον πελάτη και ποιος τελικά θα επιβαρυνθεί με το πρόστιμο, αλλά και τις απαιτήσεις αποζημίωσης. Θα μπορούσε για παράδειγμα, ο αρχικός κάτοχος των δεδομένων να ισχυριστεί ότι η παραβίαση και κατ’ επέκταση μια διαρροή, έγινε από αμέλεια της εταιρείας που αξιοποιεί τα ανοιχτά δεδομένα.

Τελικά είναι ή δεν είναι ωφέλιμο το open banking;
Σύμφωνα με μια παλαιότερη πρόβλεψη της Accenture, το 29% των παραδοσιακών τραπεζικών προϊόντων στη λιανική τραπεζική δέχονται σημαντικές πιέσεις λόγω ανταγωνισμού. Ωστόσο, η ίδια εταιρεία είχε προβλέψει ότι τα έσοδα από τραπεζικά προϊόντα αναμένεται να αυξηθούν μέχρι και 55% μέχρι το 2020, εξαιτίας νέων ευκαιριών που δημιουργούνται από το open banking. Είναι δεδομένο ότι η δεύτερη πρόβλεψη δεν ήταν πετυχημένη.

Ενδεχομένως, ένα μεγάλο μέρος της ευθύνης θα μπορούσε να πέσει στην πανδημία, η οποία άλλαξε για πολλούς τις προτεραιότητες και οδήγησε εξίσου πολλές προβλέψεις στην αστοχία.

Θεωρούμε όμως ότι ειδικά για την περίπτωση του open banking αυτή είναι η μισή αλήθεια. Οι τράπεζες, οι οποίες δημιουργούν τα APIs δεν ήταν εξαρχής χαρούμενες με το μοίρασμα των δεδομένων τους, το οποίο είναι φυσικό, γιατί έχουν ξοδέψει δισεκατομμύρια ευρώ σε μάρκετινγκ προκειμένου να τα συλλέξουν.

Οπότε, η παρουσία νέων παικτών στην αγορά, οι οποίοι θα αδράξουν τους κόπους τους, είναι λογικό να συναντά αντιδράσεις. Αυτό το σενάριο, το είδαμε να γίνεται πράξη με τα εμπόδια που συνάντησαν ψηφιακές τράπεζες στην προσπάθεια τους να μπουν στην ελληνική αγορά. Η Revolut για παράδειγμα είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο αγανάκτησης που χρειάστηκε να δημοσιεύσει ειδική ενημέρωση για τα εμπόδια που συναντούσε.

Επομένως, ναι μεν το open banking είναι ωφέλιμο, αλλά μάλλον θα χρειαστεί χρόνος μέχρι οι τράπεζες να συμμετέχουν, όπως πρέπει σε αυτήν την προσπάθεια για να γίνει πετυχημένη.

Όλοι θέλουν να γίνουν το πορτοφόλι 8 δισ. ανθρώπων

Πόσα πράγματα ελέγχουμε συνήθως ότι έχουμε πάρει μαζί μας βγαίνοντας από το σπίτι, ακόμα και για μια επίσκεψη στο κοντινό περίπτερο; Πορτοφόλι, κινητό και κλειδιά. Σωστά;

Λιγότερο από τρεις δεκαετίες πριν, οι κάτοικοι της Γης που είχαν πρόσβαση σε τραπεζικές υπηρεσίες, αποθήκευαν το πλεόνασμα της εργασίας τους σε τραπεζικά θησαυροφυλάκια. Όταν χρειάζονταν χρήματα για τις συναλλαγές τους, έκαναν ανάληψη ή υπέγραφαν σε ένα χαρτί που έδινε σε κάποιον άλλο το δικαίωμα να κάνει ανάληψη. Και έτσι η Γη συνέχιζε να γυρνά. Η ψηφιοποίηση του χρήματος, αν και είχε ξεκινήσει αρκετά νωρίτερα, δεν είχε αγγίξει ακόμα τις συνήθειες των περισσότερων, οι οποίοι ζούσαν στο σύμπαν της οικονομίας, όπως σήμερα ζουν κάποιες ελάχιστες φυλές ιθαγενών σε απομακρυσμένα μέρη του πλανήτη.

Όμως, οι περιστάσεις άλλαξαν αυτόν τον τρόπο ζωής και με αρχή την εμφάνιση των πλαστικών καρτών, οι άνθρωποι διαπίστωσαν ότι χρειάζονταν μικρότερα πορτοφόλια, τα οποία όσο περνούσε ο καιρός ήταν όλο και πιο άδεια στις θέσεις που είχαν φτιαχτεί για να αποθηκεύουν χάρτινα και μεταλλικά νομίσματα. Στην Ελλάδα, τα πορτοφόλια απέκτησαν αυτήν την μινιμαλ εικόνα, κυρίως από την οικονομική κρίση του 2008 και έπειτα, όταν η διακίνηση χρήματος μέσω πλαστικών καρτών και Internet έγινε πιο αποδεκτή, είτε λόγω ευκολίας, είτε λόγω υποχρέωσης. Ήταν φυσικό επόμενο, τα πράγματα να γίνουν ακόμα πιο μινιμαλ στη συνέχεια, καθώς η πληροφορία, δηλαδή η ψηφιακή μορφή των πραγμάτων που μας περιβάλλουν, έχει το μέγεθος ατομικών σωματιδίων. Οπότε, ένα πορτοφόλι μοιάζει στα μάτια της πληροφορίας, όπως στα δικά μας μάτια ο γαλαξίας που μας περιβάλλει.

Κάπως έτσι και με τη βοήθεια της τεχνολογίας που συνηγορούσε ώστε να πράγματα να μικραίνουν, οι πλαστικές κάρτες άρχισαν να φαίνονται υπερβολικά ογκώδεις, σε σχέση με μια εφαρμογή που ήταν εγκατεστημένη στη φορητή μας συσκευή ή έναν υπολογιστή που φοράμε, όπως παλιά φορούσαμε ένα ρολόι. Ήδη κάποιοι λίγοι έχουν εμφυτεύσει αυτόν τον υπολογιστή κάτω από το δέρμα τους.

Η ανάγνωση των πιο πρόσφατων μελετών, ακόμα και σε μια χώρα, όπως η Ελλάδα που μέχρι και μια δεκαετία πριν ζούσε ως άγρια φυλή στον Οικονομικό Αμαζόνιο, δείχνουν ότι η χρήση του ψηφιακού χρήματος, το οποίο αποθηκεύεται σε διάφορων μορφών ψηφιακά πορτοφόλια, μοιάζει με μια πορεία διαρκώς ανοδική που τίποτα πλέον δεν μπορεί να την σταματήσει.

Το γεγονός δεν έχει περάσει απαρατήρητο από τους εκατοντάδες οικονομικούς οργανισμούς που δημιουργούν ή εμπορεύονται ψηφιακά πορτοφόλια. Στόχος τους είναι να δελεάσουν τα δισεκατομμύρια κατοίκων του πλανήτη, μεταξύ των οποίων τα κάτι παραπάνω από 10 εκατομμύρια κατοίκων της χώρας μας, ώστε να προτιμήσουν το δικό τους πορτοφόλι για να αποθηκεύουν τα ψηφιακά χρήματά τους. Αν πριν 30 χρόνια είχαμε στην Ελλάδα δέκα επιλογές τραπεζικών θησαυροφυλακίων, τώρα έχουμε μερικές δεκάδες. Στην αγορά έχουν εισέλθει πολλοί οργανισμοί που δεν θα μπορούσαμε με βάση τα ρυθμιστικά πλαίσια να ονομάσουμε “Τράπεζα”, αλλά αυτό δε φαίνεται να τους εμποδίζει να ανταγωνίζονται τις τράπεζες και μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις να τις υπερσκελίζουν.

Μια μεγάλη επιτυχία αυτών των οργανισμών, είναι ότι κατάφεραν να κάνουν πελάτες, εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Κέρδισαν δηλαδή την εμπιστοσύνη των κατοίκων του πλανήτη σε υποπολλαπλάσιο χρόνο σε σχέση με αυτόν που χρειάστηκαν οι τράπεζες.

Τα ψηφιακά πορτοφόλια δεν αποθηκεύουν μόνο FIAT
Ένα παλιό αστείο έλεγε “τι να τα κάνεις τα λεφτά άμα δεν έχεις μία;”. Στη σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα, η φράση αποκτά κυριολεκτική έννοια, καθώς πολλοί μπερδεύουν το άμεσα διαθέσιμο χρήμα με τα περιουσιακά στοιχεία. Λέμε για παράδειγμα, ο Bill Gates είναι ο πλουσιότερος άνθρωπος του κόσμου γιατί έχει περιουσία 100.000 ευρώ. Μέσα όμως σε αυτό το ποσό περιλαμβάνονται οι μετοχές της Microsoft και άλλων εταιρειών που έχει στο χαρτοφυλάκιο του, τα κρυπτονομίσματα που έχει στο ψηφιακό του θησαυροφυλάκιο και άλλα περιουσιακά στοιχεία, η αξία των οποίων υπολογίζεται κατ’ εκτίμηση. Αν ο Gates θέλει να αγοράσει μια σοκολάτα, θα πρέπει να χρησιμοποιήσει την πλαστική του κάρτα ή το εμφύτευμα που την αντικαθιστά και να αποσύρει παραστατικό χρήμα (FIAT money) από κάποιο λογαριασμό του. Κάπως έτσι αγοράζουμε μια σοκολάτα οι περισσότεροι.

Όμως τα νέα ψηφιακά πορτοφόλια δίνουν στους πελάτες τους τη δυνατότητα να αγοράσουν προϊόντα και υπηρεσίες ακόμα και αν δεν έχουν FIAT money. Οι πλαστικές κάρτες κάποιων εταιρειών, όπως της Revolut, δίνουν στον κάτοχό τους τη δυνατότητα να μετατρέψουν άλλες μορφές χρήματος σε FIAT money, τη στιγμή της πληρωμής. Έτσι, μπορεί στο ψηφιακό μας πορτοφόλι να μην έχουμε ευρώ ή δολάρια και να θέλουμε να αγοράσουμε μια σοκολάτα, αλλά να έχουμε bitcoin.
Αυτή είναι μια σημαντική αλλαγή σε σχέση με το παρελθόν, αν και όχι η ιδανική. Τα κρυπτονομίσματα, όπως το bitcoin, δημιουργήθηκαν ή έτσι τουλάχιστον μας έλεγαν οι δημιουργοί τους, με στόχο να αλλάξουν τον κόσμο και να γίνουν το νέο συναλλακτικό μέσο, απαλλαγμένα από τον έλεγχο των κεντρικών τραπεζών. Άρα, σε μια συναλλαγή για αγορά σοκολάτας, το προϊόν θα έπρεπε να έχει μια σταθερή τιμή σε bitcoin και όχι μια τιμή που μεταβάλλεται ανάλογα με την ισοτιμία bitcoin/δολαρίου ή bitcoin/ευρώ.

Αυτό φυσικά θα είχε τεράστιο ρίσκο για τον έμπορο, γιατί ως αντάλλαγμα της σοκολάτας που μας έδωσε θα αποκτούσε ένα νόμισμα, το οποίο το επόμενο ξημέρωμα ενδεχομένως να μην μπορούσε να χρησιμοποιήσει για να αγοράσει ούτε χαρτί τουαλέτας. Έτσι, τα ανταλλακτήρια, όπως η Revolut, η Crypto.com και δεκάδες άλλες εταιρείες, επιτρέπουν μεν στους κατόχους των καρτών τους να συναλλάσσονται με κρυπτονομίσματα, αλλά εισπράττουν για αυτές τις συναλλαγές προμήθειες που φτάνουν μέχρι και το 5%, δηλαδή πολύ υψηλότερες από τις μηδενικές πλέον προμήθειες συναλλαγών με FIAT money.

Ένα δεύτερο σημείο που αξίζει την προσοχή, είναι το ρίσκο που αναλαμβάνουν οι χρήστες των εν λόγω ψηφιακών πορτοφολιών. Ενώ, η χρεωστική μας κάρτα είναι συνδεδεμένη με κάποιο τραπεζικό λογαριασμό, ο οποίος έχει μια εγγύηση αποζημίωσης στην περίπτωση που η τράπεζα κλείσει, τα περισσότερα ψηφιακά πορτοφόλια ανήκουν σε οργανισμούς που έχουν έδρα διάφορα άγνωστα νησιά στους ωκεανούς της Γης, όπου το ρυθμιστικό πλαίσιο δεν προσφέρει εγγυήσεις και νομική προστασία.

Οπότε, αν ένας από αυτούς τους οργανισμούς καταρρεύσει, είναι πολύ πιθανό οι πελάτες να χάσουν το σύνολο των χρημάτων τους. Είναι κάτι που έχει συμβεί ήδη και δεν αποκλείεται να ξανασυμβεί.

Η ευκολία του πελάτη κινεί τα νήματα
Ο Δημήτρης Λιτσικάκης, Global Head of Fintech, deVere Group, με πολυετή εμπειρία σε εταιρείες fintech, θεωρεί ότι καταλύτης για τα ψηφιακά πορτοφόλια, ήταν η ευκολία που ο πελάτης μπορούσε να αποκτήσει κάποιο από αυτά, αποφεύγοντας τη γραφειοκρατία των τραπεζών. Ωστόσο, αυτό το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα αμβλύνεται, καθώς και οι τράπεζες έχουν μειώσει τη γραφειοκρατία τους και συνεχίζουν να το κάνουν, όπως έγινε πρόσφατα με την πλατφόρμα Know Your Customer.

Επομένως, οι fintech θα πρέπει να βρουν νέα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα για να μείνουν στο προσκήνιο. Σύμφωνα με τον Δ. Λιτσικάκη, ένα ψηφιακό πορτοφόλι είναι πιο φθηνό στις υπηρεσίες του, όπως η αποστολή εμβασμάτων στο εξωτερικό ή η μετατροπή συναλλάγματος.

Οι τράπεζες θα αργήσουν να ισορροπήσουν αυτό το πλεονέκτημα, καθώς έχουν σημαντικά λειτουργικά έξοδα λόγω των “παλαιολιθικών” συστημάτων που αναγκάζονται να συντηρούν.

Ήδη βλέπουμε ενέργειες μετάβασης των τραπεζών προς το cloud, αλλά προσωρινά είναι περιορισμένες και δεν αφορούν τα κρίσιμα λειτουργικά τους συστήματα, τα οποία υπόκεινται σε αυστηρά ρυθμιστικά πλαίσια.

Η ευρεία διάδοση των κρυπτονομισμάτων είναι ένας σημαντικός καταλύτης για τα ψηφιακά πορτοφόλια και επίσης ένα ακόμα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που θα αργήσουν να ισορροπήσουν οι τράπεζες. Για αυτό άλλωστε είδαμε ότι από την αρχή της δημιουργίας των κρυπτονομισμάτων οι τράπεζες αντέδρασαν έντονα, όχι τόσο γιατί θεωρούσαν ότι έβαζαν ένα παράγοντα αναξιοπιστίας στο σύστημα, όσο γιατί διέβλεπαν την απώλεια εσόδων.

Γενικότερα και υπό την πίεση της πανδημίας, οι τράπεζες δείχνουν να έχουν επιταχύνει τις αντιδράσεις τους, όπως όμως δείχνουν οι αριθμοί λήψεων και αξιολόγησης των εφαρμογών τους στα Play Store και App Store, η προσπάθεια αυτή απέχει πολύ από το να δώσει το αναμενόμενα αποτελέσματα.

Οπότε, το βασικό όπλο που χρησιμοποιούν σε αυτήν τη φάση και πλέον αναφερόμαστε στις ελληνικές τράπεζες, είναι η δημιουργία αμφιβολιών για την αξιοπιστία των fintech. Ορισμένες σημαντικές αστοχίες εταιρειών fintech τα περασμένα χρόνια δίνουν το δικαίωμα για αυτό το ιδιότυπο marketing, αλλά σε βάθος χρόνου, η στρατηγική αυτή δεν αναμένεται να είναι αποτελεσματική, καθώς οι fintech βελτιώνουν διαρκώς την εικόνα αξιοπιστίας τους, επενδύοντας ακόμα και στην απόκτηση τραπεζικών αδειών, όπως έγινε με τις Revolut και Viva Wallet.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, η εμπορική φύση των τραπεζών απειλείται πλέον και από τα ψηφιακά νομίσματα που αναμένεται να εκδώσουν οι εμπορικές τράπεζες. Θεωρητικά, τα νομίσματα αυτά θα μπορούσαν να διατεθούν απευθείας στα ψηφιακά πορτοφόλια των πολιτών, χωρίς να περάσουν από τα συστήματα των εμπορικών τραπεζών.

Η γενιά του 2000 και μετά
Μια ματιά στις σειρές αναμονής των φυσικών καταστημάτων των τραπεζών, οι οποίες έμειναν αμείωτες σε μέγεθος ακόμα και στη διάρκεια της πανδημίας, δείχνει ποιο είναι το προφίλ ενός μεγάλου ποσοστού των πελατών τους. Μια πιο αναλυτική ματιά στις λίστες των πελατών τους, θα αποκαλύψει ενδεχομένως ότι οι ηλικίες από 20 ετών και άνω δεν έχουν εξαφανιστεί, βρίσκονται όμως σχεδόν αναγκαστικά εκεί, γιατί ο τραπεζικός τους λογαριασμός είναι άμεσα συνδεδεμένος με τη μισθοδοσία τους. Επομένως, ένα μεγάλο ποσοστό των πελατών των τραπεζών πρόκειται να φύγουν ή μένουν από ανάγκη.

Όσον αφορά τη δεύτερη ομάδα, κάθε νέα δελεαστική πρόταση θα μπορούσε να έχει σαν αποτέλεσμα, μια μετατόπιση ατόμων από τις τράπεζες σε fintech. Μια τέτοια δελεαστική πρόταση που προβάλλεται έντονα το τελευταίο διάστημα είναι οι υπηρεσίες “buy now pay later”. Η υπηρεσία αυτή αφορά σε μικρά δάνεια συνήθως μερικών εκατοντάδων ευρώ, τα οποία ο κάτοχος του ψηφιακού πορτοφολιού μπορεί να αποκτήσει στην κυριολεξία με το πάτημα ενός κουμπιού, προκειμένου να προχωρήσει σε μια αγορά.

Στη συζήτηση που είχαμε με το Δ. Λιτσικάκη, όταν προσπαθήσαμε να συγκρίνουμε τα δάνεια αυτά με τα καταναλωτικά δάνεια της δεκαετίας του 90, διευκρίνισε ότι πρόκειται για μια διαφορετική προσέγγιση εξαιτίας τουλάχιστον δύο βασικών παραγόντων. Ο ένας είναι το χαμηλό μέγεθος του δανείου και ο δεύτερος τα μηδενικά επιτόκια των δανείων αυτών, σε σχέση με τα αντίστοιχα επιτόκια που χρεώνουν οι τράπεζες στη χρήση πιστωτικών καρτών.

Πρακτικά, ο χρήστης του πορτοφολιού έχει τη δυνατότητα να σπάει μια πληρωμή σε μικρότερες, ενώ ο έμπορος εισπράττει όλο το ποσό της αξίας του εμπορεύματος πλην μιας προμήθειας κοντά στο 3% που πάει στα έσοδα του διαχειριστή. Οπότε, η εταιρεία που διαθέτει το ψηφιακό πορτοφόλι είναι αυτή που αναλαμβάνει το ρίσκο να εισπράξει τις δόσεις από τον αγοραστή.

Αυτό που έχει παρατηρηθεί με τη χρήση των υπηρεσιών “buy out pay later” είναι η αύξηση του ποσοστού ολοκλήρωσης των ψηφιακών αγορών. Όπως μας λέει ο Δ. Λιτσικάκης, συχνά οι αγοραστές όταν βλέπουν το ποσό που έχει συγκεντρωθεί στο ψηφιακό τους καλάθι, φεύγουν από το ψηφιακό κατάστημα χωρίς να ολοκληρώσουν την αγορά,. Η δυνατότητα να σπάσουν αυτό το ποσό σε μικρότερα, τους παροτρύνει να ολοκληρώσουν τη συναλλαγή.

Τα τελευταία δύο χρόνια, εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε αυτόν τον τομέα, έχουν πετύχει να αυξήσουν την αξία τους πάνω από 1 δισεκατομμύριο δολάρια, ενώ υπάρχουν και κάποιες που έχουν ξεπεράσει το φράγμα των 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Η αρένα των fintech
Ενώ οι εταιρείες fintech δεν βλέπουν τις τράπεζες ως ανταγωνιστές τους, μεταξύ τους ο ανταγωνισμός είναι πολύ σκληρός. Πολλές από αυτές χρειάζεται να αυξάνουν το κεφάλαιο τους σε τακτά χρονικά διαστήματα με δεκάδες ή εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, προκειμένου να μείνουν ζωντανές. Και πάλι όμως δεν τα καταφέρνουν όλες.

Όπως μας λέει ο Δ. Λιτσικάκης, μια επιλογή απέναντι στο σκληρό ανταγωνισμό, είναι η καθετοποίηση των προσφερόμενων υπηρεσιών. Για παράδειγμα, η deVere Group, στην οποία εργάζεται, ειδικεύεται στα επενδυτικά προϊόντα, τα οποία δεν είναι εύκολα διαθέσιμα στην αγορά για το ευρύ κοινό.

Ωστόσο, υπάρχουν και παραδείγματα, κυρίως στις ασιατικές αγορές, όπου εφαρμογές που συνθέτουν τη ψηφιακή ζωή του χρήστη, όπως το Wechat ξεκινούν από κάποιο άλλο τομέα και κάποια στιγμή προσθέτουν και δυνατότητα ψηφιακού πορτοφολιού. Η τάση αυτή αναμένεται και στην Ευρώπη, οπότε δεν αποκλείεται στο άμεσο μέλλον, ψηφιακά πορτοφόλια, όπως της Revolut να μπουν σε άλλα χωράφια, όπως το food delivery.

Η πρόβλεψη του Δ. Λιτσικάκη είναι ότι η τάση του embedded finance θα μεταμορφώσει στο μέλλον δεκάδες χιλιάδες εταιρείες σε fintech. Παράλληλα, η νέα αυτή προοπτική ανοίγει και μια αγορά για τις υπάρχουσες fintech, καθώς θα έχουν τη δυνατότητα να διαθέσουν την τεχνογνωσία τους και τις πλατφόρμες τους σε μορφή white label σε διάφορους οργανισμούς που δε θέλουν να ανακαλύψουν τον τροχό.

Το ερώτημα που μένει να απαντηθεί στην πορεία αυτής κοσμογονίας, είναι πως η εξέλιξη των εμπορικών τραπεζών θα βοηθήσει στην επιβίωσή τους και ποια θα είναι η μορφή τους μετά από 5 ή 10 χρόνια.

Πρωταθλήτριες στο BNPL οι δυτικές και βόρειες ευρωπαϊκές χώρες.
Οι χώρες με τις περισσότερες υπηρεσίες Pay Now Buy Later βρίσκονται στη Βόρεια και Δυτική Ευρώπη. Η Γερμανία, η Γαλλία και η Μεγάλη Βρετανία διαθέτουν έκαστη από εφτά τέτοιους παρόχους, ενώ οι Σκανδιναβικές χώρες, Σουηδία, Δανία και Νορβηγία έχουν από πέντε. Στην Ισπανία, οι πάροχοι BNPL αγγίζουν τους έξι, ενώ μόλις τρεις απαριθμεί η Ιταλία. Στην Ελλάδα ακόμα τα πράγματα βρίσκονται στα σπάργχανα, αφού μόλις ένας πάροχος BNPL φαίνεται ότι δραστηριοποιείται στη χώρα μας.
Εντύπωση προκαλεί η άνοδος της Πολωνίας και της Εσθονίας, ωστόσο αυτές οι δυο χώρες προσφάτως έχουν αναδειχθεί σε δύο από τα διασημότερα digitized hubs της Ευρώπης.

Οι εκθετικές τεχνολογίες φέρνουν εκθετική ανάπτυξη

Ο κβαντικός υπολογιστής της Space Bank είχε κάνει update με τους πιο φρέσκους αλγόριθμους τεχνητής νοημοσύνης, λίγους μήνες πριν από το ξέσπασμα της τρίτης γαλαξιακής  πανδημίας. Τα χρήματα που κέρδισε η τράπεζα από την ανάταξη του χαρτοφυλακίου της ήταν η κινητήρια δύναμη για να ανοίξει τα πρώτα της υποκαταστήματα στο γαλαξία της Ανδρομέδας.

Ο χρηματοοικονομικός τομέας βίωσε την δύναμη των εκθετικών τεχνολογιών στις 6 Μαΐου του 2010, όταν σε λιγότερο από 40 λεπτά δείκτης Dow Jones έκανε μια βουτιά 998,5 μονάδων (περίπου 9%) και επέστρεψε στην αρχική του τιμή. Μια αναφορά της Commodity Futures Trading Commission περιγράφει το συμβάν, το οποίο έμεινε γνωστό ως Flash Crash, ως μια από τις πιο ταραχώδεις περιόδους στην ιστορία των αγορών. Η έρευνα που έγινε έδειξε ότι κάποιοι αλγόριθμοι που έπαιρναν δύναμη από πανίσχυρους υπολογιστές, στοιχημάτισαν σε χρηματιστηριακά προϊόντα, επενδύοντας σχεδόν 200 εκατομμύρια δολάρια. Τα συστήματα που είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτό το συμβάν, τα οποία είναι γνωστά ως high frequency trading, είναι πλέον βασικά εργαλεία στα χέρια της χρηματιστηριακής κοινότητας και θεωρητικά είναι πιο δύσκολο να δημιουργήσουν ένα δεύτερο flash crash, καθώς τα περιορίζει το ρυθμιστικό πλαίσιο που προέκυψε ως αντίδραση σε εκείνο το συμβάν. Οι οργανισμοί που δραστηριοποιούνται στο χρηματοοικονομικό τομέα, είναι αδύνατο να λειτουργήσουν πλέον χωρίς τη χρήση τεχνολογικών εργαλείων. Ο οργανισμός που έχει στη διάθεσή του τα καλύτερα εργαλεία, τους καλύτερους χειριστές τους και τις καλύτερες διαδικασίες αξιοποίησης της ισχύος τους, έχει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Ο όρος εκθετικές τεχνολογίες χρησιμοποιήθηκε σχετικά πρόσφατα, για να περιγράψει μια ομάδα τεχνολογικών εργαλείων, τα οποία θεωρητικά τουλάχιστον μπορούν να προσφέρουν εκθετικούς ρυθμούς ανάπτυξης στους οργανισμούς που θα τα αξιοποιήσουν. Στην κατηγορία αυτή, ανήκουν μεταξύ άλλων η τεχνητή νοημοσύνη, το cloud computing, το high performance computing, τα δίκτυα 5G και οι κβαντικοί υπολογιστές.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να μειώσει εκθετικά το λειτουργικό κόστος
Μια από τις τεχνολογίες που θα μπορούσαμε να παρομοιάσουμε με αυτήν της τεχνητής νοημοσύνης είναι οι ημιαγωγοί, η μείωση τιμής των οποίων μείωσε το κόστος των αριθμητικών πράξεων. Αρχικά, η μείωση του κόστους αξιοποιήθηκε από την πολεμική βιομηχανία.  Στη συνέχεια, οι αριθμητικές πράξεις έγιναν αρκετά φθηνές για να καλύψουν τη ζήτηση σε προβλέψεις. Στη συνέχεια και ενώ το κόστος των ημιαγωγών συνέχισε να μικραίνει, ενσωματώθηκαν σε προϊόντα, όπως οι ψηφιακές κάμερες και οι φορητές συσκευές τηλεπικοινωνιών.

Η τεχνητή νοημοσύνη φαίνεται να ακολουθεί το ίδιο μονοπάτι. Στην αρχή χρησιμοποιήθηκε σε στρατιωτικές έρευνες, στη συνέχεια, δηλαδή στη φάση που βρισκόμαστε σήμερα, χρησιμοποιείται για τη βελτίωση προβλέψεων και παράλληλα έχει ξεκινήσει η ενσωμάτωσή της σε ηλεκτρονικά συστήματα, τα οποία αν και έχουν υψηλότερο κόστος αγοράς, από αυτοματισμούς προηγούμενης γενιάς, έχουν τη δυνατότητα να παράγουν πολλαπλάσιο και θεωρητικά πιο αξιόπιστο έργο. Ένα σύστημα πρόβλεψης τεχνητής νοημοσύνης, μπορεί να “καταπιεί” εκατοντάδες χιλιάδες φορές περισσότερα δεδομένα, σε σχέση μια δεκαετία πριν και αφού τα “χωνέψει” να δώσει αποτελέσματα που ενσωματώνουν γνώση και επιτρέπουν λήψη αποφάσεων ακόμα και σε πραγματικό χρόνο. Ωστόσο, υπάρχει και μια άλλη οπτική της πρόβλεψης, η οποία έχει συζητηθεί λιγότερο από τότε που οι τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης ξεκίνησαν να χρησιμοποιούνται ευρύτερα.

Προκειμένου να πάρουμε μια απόφαση χρησιμοποιούμε την πρόβλεψη, αλλά και την κρίση μας. Ποτέ μέχρι τώρα στο παρελθόν οι δύο αυτοί παράγοντες δεν είχαν διαχωριστεί στη διαδικασία λήψης αποφάσεων. Τώρα όμως αυτό συμβαίνει. Η τεχνητή νοημοσύνη κάνει την πρόβλεψη και οι άνθρωποι που τη χρησιμοποιούν ως εργαλείο είναι αυτοί που κρίνουν πως θα χρησιμοποιήσουν την πρόβλεψη για να πάρουν μια απόφαση. Προσωρινά, σε ένα μικρό ποσοστό των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης έχει δοθεί το δικαίωμα να λαμβάνουν την απόφαση σύμφωνα με τη δική τους κρίση. Τα συστήματα high frequency trading που προαναφέραμε ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Επίσης, σε αυτήν την κατηγορία ανήκουν και κάποιες πολεμικές μηχανές  που φέρουν οπλισμό.

Επομένως, μια προσέγγιση που θα μπορούσε να βοηθήσει στην αξιοποίηση τεχνολογιών τεχνητής νοημοσύνης, είναι το ταίριασμα τους στο αναλυτικό πλάνο διαδικασιών ενός οργανισμού.

Οι επιστήμονες των δεδομένων θα μπορούσαν σε αυτό το πλάνο να διακρίνουν λειτουργίες που έχουν περισσότερη ανάγκη πρόβλεψης και να εφαρμόσουν σε αυτές αλγόριθμους τεχνητής νοημοσύνης. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να γίνει και ευκολότερα μια εκτίμηση του οφέλους της τεχνολογίας στα λειτουργικά έξοδα του οργανισμού και κατ’ επέκταση στο EBITDA. Μετά από αυτό το πρώτο βήμα, ο σημαντικότερος στόχος των επιστημόνων δεδομένων είναι να αυξήσουν την ακρίβεια πρόβλεψης. Αν για παράδειγμα, ο αλγόριθμός στην αρχική του μορφή προβλέπει με 5% ακρίβεια έναν ασυνεπή δανειολήπτη και με τη “ρύθμισή” του πετύχουμε διπλασιασμό, επηρεάζουμε αναλόγως το EBITDA. Όταν η Amazon ξεκίνησε να αξιοποιεί ένα προβλεπτικό αλγόριθμο για προτάσεις αγορών, η “ευστοχία” του ήταν περίπου 140 προϊόντα που θα μπορούσαν να ενδιαφέρουν τον αγοραστή. Σήμερα, η ευστοχία αυτή έχει φτάσει στα 20 προϊόντα.

Το cloud είναι το επόμενο tech commodity
Ο Stephane Bancel, CEO της Moderna επέλεξε να βασίσει όλη την πλατφόρμα έρευνας και ανάπτυξης του mRNA εμβολίου σε υποδομές public cloud. Αυτό είχε συμβεί πριν η πανδημία κάνει την εμφάνισή της. Όπως λέει ο ίδιος, όταν η πανδημία δημιούργησε την ανάγκη για επιτάχυνση των διαδικασιών έρευνας και ανάπτυξης, η ευελιξία του public cloud αποδείχτηκε πολύτιμη. Η ευελιξία στη χρήση πόρων, ήταν αυτή που μεταξύ άλλων, επέτρεψε στη Moderna να παραδώσει τα πρώτα στοιχεία για το υποψήφιο εμβόλιο mRNA-1273 στο US National Institute of Health για δοκιμές φάσης 1, μόλις 42 μέρες μετά από την ανάλυση του γονιδιώματος του ιού. Τα οφέλη του cloud έχουν γίνει αντιληπτά από εκατομμύρια οργανισμούς παγκοσμίως, οι οποίοι μόλις έχουν αρχίσει να αξιοποιούν ελάχιστες από τις δυνατότητές του. Σύμφωνα με μελέτη που βασίστηκε σε αναφορές του McKinsey Global Institute, τα οικονομικά οφέλη της αξιοποίησης του cloud στις εταιρείες του Fortune 500 θα μπορούσαν να φτάσουν μέχρι και το 1 τρισεκατομμύριο δολάρια μέχρι το 2030.

Εν αντιθέσει με τις τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης, οι οποίες είναι σχετικά “φρέσκες”, το public cloud έχει αξιοποιηθεί ήδη αρκετά από τις επιχειρήσεις, ώστε να έχουμε καλές πρακτικές υλοποιήσεων που έχουν οδηγήσει σε επιτυχημένα αποτελέσματα. Η γενική στρατηγική που προκύπτει από το σύνολο των υλοποιήσεων αποτελείται από τρία βήματα. Αρχικά, ο οργανισμός σχεδιάζει ένα πλάνο βασισμένο στη αξία που θα μπορούσε να προσδώσει το public cloud στις λειτουργίες του IT και στις επιχειρηματικές διαδικασίες. Το πλάνο αυτό υλοποιείται σε ένα cloud-ready λειτουργικό μοντέλο, δηλαδή σαν να κάνουμε εγκατάσταση λειτουργικού με την επιλογή “Typical”.

Στη συνέχεια ο οργανισμός αρχίζει να πειραματίζεται με τις “ρυθμίσεις” της πλατφόρμας και ενδεχομένως με γέφυρες που συνδέουν την πλατφόρμα με άλλες εφαρμογές. Τέλος, ο οργανισμός δημιουργεί μια εξειδικευμένη ομάδα cloud development και αναπτύσσει εφαρμογές από το μηδέν ή διαμορφώνει τις “ρυθμίσεις” της πλατφόρμας με το βέλτιστο τρόπο. Καθένα από τα παραπάνω βήματα θα μπορούσε να είναι και το τελικό στη στρατηγική αξιοποίησης του cloud, ανάλογα με τους στόχους του οργανισμού.

Ο χρηματοοικονομικός τομέας έχει ξεκάθαρα εκδηλώσει τη στροφή του σε cloud based τεχνολογίες μέσα από έρευνες, όπως αυτή που έκανε η McKinsey στις αρχές του 2021 στο πλαίσιο ενός webinar. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας μόλις το 19% των ερωτηθέντων έχουν ήδη παρουσία στο cloud σε ποσοστό άνω του 25%. Ωστόσο, πέντε χρόνια αργότερα το ποσοστό αναμένεται να είναι κοντά στο 87%. Ποσοστό μεγαλύτερο από το 90% των συμμετεχόντων στην έρευνα, θεωρούν ότι τα βασικά κίνητρα για τη μετάβαση στο cloud ανήκουν στην ευρύτερη κατηγορία “Ταχύτερη απόκριση στις ανάγκες της αγοράς και ευελιξία”. Παράλληλα το μεγαλύτερο εμπόδιο φαίνεται να είναι το ρυθμιστικό πλαίσιο και η κυβερνοασφάλεια. Η Τράπεζα της Ελλάδας, η οποία έχει ρυθμιστικό ρόλο στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, χαλάρωσε το ρυθμιστικό πλαίσιο σχετικά με το cloud πριν από μερικούς μήνες. Τα ιδρύματα, βάσει του νέου πλαισίου, ενημερώνουν την Τράπεζα της Ελλάδος για τις σκοπούμενες συμφωνίες εξωτερικής ανάθεσης κρίσιμων ή σημαντικών λειτουργιών πριν από την υπογραφή της σύμβασης εξωτερικής ανάθεσης, χωρίς όμως να απαιτείται σχετική εγκριτική απόφαση από την Τράπεζα της Ελλάδος, ώστε να διευκολύνεται και να επιταχύνεται η διαδικασία εξωτερικής ανάθεσης. Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση που κριθεί ότι δεν πληρούνται οι σχετικές εποπτικές απαιτήσεις, η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να μην επιτρέψει την εξωτερική ανάθεση λειτουργιών ή και να ζητήσει τη διακοπή κάποιας συμφωνίας εξωτερικής ανάθεσης που είναι σε ισχύ.

O Χάιζενμπεργκ και ο Σρέντινγκερ δύσκολα φαντάζονταν ότι θα γίνουν γνωστοί στο τραπεζικό σύστημα
Η πλήρης αξιοποίηση των κβαντικών υπολογιστών ίσως να είναι ακόμα χρόνια μακριά, αλλά ήδη κάποια χρηματοπιστωτικά ιδρύματα προσπαθούν να εκτιμήσουν την αξία που μπορεί να τους προσθέσει η χρήση τους. Τα όρια ανάμεσα στο High Performance Computing και στους κβαντικούς υπολογιστές δεν είναι ευδιάκριτα. Θεωρητικά και οι δύο έρευνες εστιάζουν σε ένα κοινό αποτέλεσμα. Περισσότερες αριθμητικές πράξεις με λιγότερη κατανάλωση ενέργειας, ώστε να είναι εφικτή η ακριβής πρόβλεψη.

Η οικονομική κρίση του 2008, έδειξε ότι συμβάντα, τα οποία μέχρι τότε θεωρούνταν χαμηλής πιθανότητας, έχουν αρχίσει να εμφανίζονται συχνότερα. Οι επιστήμονες αποδίδουν αυτό το φαινόμενο στην πολυπλοκότητα που έχει δημιουργήσει η παγκοσμιοποίηση σε συνδυασμό με την ταχύτατη επίδραση ενός συμβάντος στα πιο  απομακρυσμένα μέρη του κόσμου, όπως συνέβη και με την πανδημία.

Επομένως, υπάρχει ανάγκη για υπολογιστές, οι οποίοι θα μπορούν να προβλέψουν μεγάλες αλλαγές, οι οποίες μπορεί να ξεκινήσουν από απαρατήρητα, σε σχέση με το παρελθόν, συμβάντα. Η θεωρία του Χάους και το πέταγμα της πεταλούδας μας έρχονται στο νου όταν αναφερόμαστε σε αυτές τις καταστάσεις. Οπότε θα μπορούσαμε να πούμε ότι η προσπάθεια της ανθρωπότητας έχει στραφεί με τη βοήθεια της τεχνολογίας στην τακτοποίηση του Χάους και στο άκουσμα των φτερών της πεταλούδας. Οι εταιρείες που επενδύουν στους κβαντικούς υπολογιστές, υποστηρίζουν ότι για συγκεκριμένες μορφές υπολογισμών, η επίλυση ενός προβλήματος που θα μπορούσε να χρειαστεί μέχρι και 1000 χρόνια με ένα ηλεκτρονικό υπολογιστή, μπορεί να πραγματοποιηθεί σε λίγο περισσότερο από 3 λεπτά. Αρκετά είναι τα ερωτήματα που προκύπτουν και οι απαντήσεις δεν αναμένεται να είναι γνωστές σύντομα. Πότε θα μπορούσε ένας κβαντικός υπολογιστής να είναι εμπορικά διαθέσιμος, όπως έγινε με τον προσωπικό υπολογιστή πριν από δεκαετίες; Μέχρι να γίνουν οι κβαντικοί υπολογιστές εμπορικά διαθέσιμοι, οι εταιρείες που τους κατασκευάζουν θα ισομοιράζουν την ισχύ τους σε όλους τους εν δυνάμει πελάτες; Δεδομένου ότι με τα σημερινά δεδομένα, ένας κβαντικός υπολογιστής έχει τη δυνατότητα να θέσει άχρηστα ακόμα και τα πιο προηγμένα συστήματα κρυπτογράφησης, τι θα συμβεί αν κάποιος κατασκευαστής ή χώρα αποκτήσει σαφές προβάδισμα σε ισχύ κβαντικών υπολογιστών; Θεωρητικά, οι χρηματοοικονομικοί οργανισμοί θα έπρεπε να ανησυχούν λιγότερο για αυτές τις εξελίξεις, δεδομένου ότι τα κρυπτογραφημένα κλειδιά συστημάτων που διαχειρίζονται ενεργειακούς πόρους και όπλα , είναι πολύ πιο κρίσιμα σε σχέση με τα κλειδιά που αφορούν στους τραπεζικούς λογαριασμούς. Ωστόσο, αν αφήσουμε στην άκρη τα δυστοπικά σενάρια και εστιάσουμε σε δήλωση εκπροσώπου της Bank of America, η οποία έγινε στα τέλη του 2019, “οι κβαντικοί υπολογιστές θα φέρουν τόσο σημαντικές αλλαγές τη δεκαετία του 2020, όσο τα smartphones στη δεκαετία του 2010.” Εταιρείες, όπως οι JPMorgan και Citibank έχουν ήδη ξεκινήσει να πειραματίζονται με κβαντικούς υπολογιστές και παράλληλα επενδύουν σε start-up εταιρείες που δραστηριοποιούνται σε αυτόν τον τομέα. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες διερευνούν επίσης πιθανές ευκαιρίες που συνδέονται με την αξιοποίηση κβαντικών υπολογιστών. Οι BBVA, Caixa και Standard Chartered έχουν κάνει συνεργασίες  κυρίωςμε ακαδημαϊκά ιδρύματα στις ΗΠΑ, προκειμένου να βρουν τομείς εφαρμογής των κβαντικών υπολογισμών. Πολύ πιθανό είναι ότι και οι εταιρείες που πρωτοπορούν στην κατασκευή κβαντικών υπολογιστών έχουν προσεγγίσει χρηματοοικονομικούς οργανισμούς, ωστόσο οι κινήσεις αυτές δεν δημοσιεύονται προσωρινά με φειδώ.

Το πιθανότερο είναι ότι οι πρωτοπόροι θα παραμείνουν πρωτοπόροι
Αν και οι ανατροπές σε ένα τόσο μεταβαλλόμενο περιβάλλον δεν αποκλείονται, καθώς η ανάπτυξη των οργανισμών δεν εξαρτάται μόνο από τα τεχνολογικά εργαλεία που διαθέτουν, υπάρχουν αρκετές πιθανότητες οι οργανισμοί που θα αξιοποιήσουν πρώτοι τις εκθετικές τεχνολογίες να παραμείνουν ηγέτες στην αγορά τους. Ωστόσο, αυτή διαδρομή κρύβει όλους τους κινδύνους ενός ταξιδιού προς το άγνωστο και επομένως χρειάζεται να γίνει με προσεκτικά βήματα και τους κατάλληλους συνεργάτες. Για τις εκθετικές τεχνολογίες μίλησαν στο Digital Finance, η Υδρόγειος Ασφαλιστική και η εταιρεία τεχνολογίας Unisystems.

Υδρόγειος: Αρχίσαμε να αξιοποιούμε το ΑΙ πριν γίνει buzzword
Από το 2013, η Υδρόγειος Ασφαλιστική αξιοποιεί τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης για να βελτιώσει τις διαδικασίες ανάλυσης δεδομένων. Για την εξέλιξη της τεχνολογικής διαδρομής της εταιρείας μιλήσαμε με τον Θάνο Αγγελόπουλο, Διευθυντή Διαχείρισης Κινδύνων και Αναλογιστικής

Οι ασφαλιστικές εταιρείες ήταν από τις πρώτες που αξιοποίησαν την ανάλυση δεδομένων για να ισορροπήσουν το κόστος ασφαλίστρων με το ρίσκο του ασφαλιζόμενου κινδύνου. Σε σχέση με το παρελθόν, βλέπετε κάποιες διαφορές με την αξιοποίηση των εκθετικών, όπως ονομάζονται τεχνολογιών;

Στο παρελθόν για την ανάλυση των δεδομένων υπήρχαν σημαντικοί περιορισμοί, κυρίως λόγω της περιορισμένης δυνατότητας σε επεξεργαστική ισχύ.  Οπότε συχνά χρειάζονταν να κάνουμε εκπτώσεις στον όγκο των δεδομένων που τροφοδοτούσαμε στα συστήματα ανάλυσης. Επιπλέον, εμπόδιο ήταν η ποιότητα των δεδομένων, καθώς αυτά δεν αποθηκεύονταν με το σωστό τρόπο, δηλαδή με τη λεπτομέρεια που θα χρειάζονταν μια σε βάθος ανάλυση. Ακόμα και απλά πεδία στις βάσεις δεδομένων, όπως η ημερομηνία γέννησης ενός οδηγού ή η μάρκα του αυτοκινήτου ήταν περιγραφικά, με αποτέλεσμα να παίρνουμε λανθασμένα αποτελέσματα στις αναλύσεις μας. Αυτά τα εμπόδια έκαναν την διαδικασία της ανάλυσης επίπονη και ενεργοβόρα και για αυτό συνήθως, η περίοδος ανάλυσης ήταν ετήσια.

Καθώς, τα υπολογιστικά συστήματα αποκτούσαν επεξεργαστική ισχύ για να αναλύουν μεγάλες ποσότητες δεδομένων, οι ασφαλιστικές εταιρείες, όπως και εμείς, αποφάσισαν να δομήσουν πιο σωστά τα δεδομένα τους. Αυτό για εμάς συνέβη πρώτη φορά 2013, όταν ξεκινήσαμε το πρώτο μας μεγάλο έργο με αξιοποίηση analytics, το οποίο είχε σχέση με την ασφαλιστική απάτη. Τότε, πήραμε την απόφαση να διορθώσουμε την εικόνα των δεδομένων που είχαμε συλλέξει στο παρελθόν, αλλά και να δημιουργήσουμε διαδικασίες ώστε να συλλέγουμε δεδομένα στην επιθυμητή μορφή. Αυτή η διαδικασία κράτησε 1,5 έτος και έθεσε τα θεμέλια για τα μοντέλα ανάλυσης που χρησιμοποιούμε σήμερα. Τότε, αξιοποιήσαμε και για πρώτη φορά τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης, οι οποίες μας βοήθησαν να αυτοματοποιήσουμε σε σημαντικό βαθμό την εκκαθάριση των δεδομένων. Οπότε από το 2013 και έπειτα, τα συστήματά μας αξιοποιούν αλγόριθμους, οι οποίοι πλέον θέτουν περισσότερους από 180 κανόνες, ώστε να είμαστε βέβαιοι ότι τα δεδομένα που συλλέγουμε είναι σε μορφή που θα μας επιτρέψει την ανάλυσή τους στη συνέχεια.

Οπότε η εταιρεία σας ξεκίνησε να εφαρμόζει τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης πριν αυτές αποκτήσουν τη φήμη που έχουν σήμερα; Τι σας ώθησε σε αυτήν την απόφαση;

Θα έλεγα ότι αυτό που μας ώθησε ήταν η ανάγκη και το όραμα για το επίπεδο που θέλαμε να φτάσουμε την ανάλυση δεδομένων. Ως κινητήρια δύναμη για την επίτευξη του οράματος μας λειτούργησε και η συνεργασία μας με τη SAS, η οποία είχε διαθέσιμες τις απαραίτητες τεχνολογικές λύσεις.

Στη συνέχεια βλέποντας η εταιρεία ότι το έργο άρχισε να αποδίδει καρπούς, όσο εξελίσσονταν το learning curve ανθρώπων και συστημάτων, αποφάσισε να επενδύσει επιπλέον στην ανάλυση δεδομένων και έτσι έχουμε προσλάβει εξειδικευμένο προσωπικό και έχουμε επενδύσει στην οπτικοποίηση των αποτελεσμάτων της ανάλυσης, ώστε αυτά να είναι κατανοητά και στη διοίκηση της εταιρείας, όπου λαμβάνονται οι στρατηγικές αποφάσεις.

Πλέον έχουμε πετύχει και τους δύο στόχους που είχαμε θέσει στο πρώτο μας έργο το 2013, δηλαδή να μειώσουμε το δείκτη ζημιάς και την ασφαλιστική απάτη . Ποσοτικά, αυτό που μας δίνει μια εικόνα της επιτυχίας μας, είναι ότι έχουμε χαμηλότερο μέσο κόστος ζημιάς σε σχέση με το μέσο όρο της ασφαλιστικής αγοράς. Επιπλέον, ο συνδυασμός της αύξησης στη διαθέσιμη επεξεργαστική ισχύ και των αλγόριθμων τεχνητής νοημοσύνης, μας επιτρέπει πλέον να έχουμε πολύ συχνότερη εικόνα της αγοράς που δραστηριοποιούμαστε, η οποία για εμάς είναι κυρίως η αγορά ασφάλισης αυτοκινήτου και επίσης έχουμε πλέον τη δυνατότητα να γνωρίζουμε την αιτία μιας μεταβολής. Για παράδειγμα, μια αύξηση στην παραγωγή μπορεί να οφείλεται σε πολλούς διαφορετικούς παράγοντες και πλέον με τα visual analytics, η διοίκηση έχει τη δυνατότητα να δει με μεγάλη ακρίβεια, ποιοι είναι οι βασικοί παράγοντες που συντέλεσαν σε αυτό.

Για την τεχνολογική σας ανάπτυξη, έχετε προτιμήσει cloud υπηρεσίες από τους προμηθευτές σας ή ενδοεταιρικές υποδομές;

Όταν ξεκινήσαμε το 2015, βασιστήκαμε σε ενδοεταιρικές υποδομές. Έκτοτε, κάνουμε σταδιακά βήματα προς το cloud. Το πρώτο μεγάλο έργο που τρέχει ήδη σε cloud είναι η διαχείριση κινδύνων στο πλαίσιο του Solvency II και το FRS 17.

Ο στόχος μας είναι να οδηγήσουμε όλες τις διαδικασίες μας που χρειάζονται τεχνολογική υποδομή σε περιβάλλον cloud, γιατί θεωρούμε ότι αυτό θα μας βοηθήσει στη μείωση των λειτουργικών μας εξόδων. Βλέπουμε ότι όσο περνά ο καιρός το κόστος των υπηρεσιών στο cloud μειώνεται και θεωρούμε ότι η παρουσία της Microsoft με data centre στην Ελλάδα, θα μειώσει περισσότερο το κόστος για εμάς, καθώς οι εφαρμογές της SAS που χρησιμοποιούμε λειτουργούν σε περιβάλλον Azure.

Η δέσμευση σας με έναν προμηθευτή σας δημιουργεί κάποια ανησυχία;

Πρακτικά, η σύνδεση μας μας το Microsoft Azure δεν είναι δεσμευτική, καθώς θεωρούμε ότι αν χρειαστεί να αξιοποιήσουμε άλλον προμηθευτή, δε θα συναντήσουμε προβλήματα στη μεταφορά εφαρμογών και δεδομένων. Οπότε το δέσιμο μας είναι κυρίως με τη SAS, η οποία μας προμηθεύει με τα βασικά εργαλεία που χρησιμοποιούμε στην ανάλυση δεδομένων.

Όταν όμως μας απασχόλησε το δίλημμα, αν θέλουμε να δεθούμε με έναν προμηθευτή ή να αναπτύξουμε εσωτερικά κάποιες λύσεις, επιλέξαμε το πρώτο, γιατί η συγκεκριμένη εταιρεία διαθέτει λύσεις που καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα των αναγκών μας εκτός από τα Analytics όπως πχ λύσεις για το Solvency II.

Επιπροσθέτως όλα τα στελέχη του τμήματος είναι εξοικειωμένα με τις συγκεκριμένες λύσεις και υπάρχει αλληλοκάλυψη αναγκών εφόσον προκύψει καθώς και μεταφορά τεχνογνωσίας από την συγκεκριμένη εταιρεία. Ωστόσο, όσο μας επιτρέπει το μέγεθός μας, κάνουμε κάποια projects, τα οποία μπορούν να συμβιώνουν με τις λύσεις SAS και μας προσφέρουν εμπειρία. Έχουμε σχεδιάσει μια αρχιτεκτονική που μπορεί να συνδυάζει διαφορετικές τεχνολογίες, είτε εμπορικά διαθέσιμες είτε ανοιχτού κώδικα, με τέτοιο τρόπο όμως που να έχουμε την πλήρη διακυβέρνηση όλων των ροών δεδομένων καθώς και των προβλεπτικών μοντέλων και αποφάσεων που λαμβάνονται μέσω αυτών. Αυτό πιστεύω είναι το κλειδί για τη νέα εποχή.

Πλέον οι τεχνολογίες data analytics και AI είναι διαθέσιμες σε μεγάλη κλίμακα και στην πλειονότητά τους είναι σχεδιασμένες έτσι ώστε να μπορούν να αλληλεπιδρούν και να συνεργάζονται μεταξύ τους χωρίς ιδιαίτερα μεγάλη προσπάθεια και κόστος.

Unisystems: To RPA είναι προτεραιότητα για τον τραπεζικό τομέα
Η Unisystems, εταιρεία μέλος του ομίλου Infoquest, εξειδικεύεται στην παροχή ολοκληρωμένων λύσεων πληροφορικής.

Ο Βασίλης Ψυχογυιός, Sales & Business Development Manager της εταιρείας, απεικονίζει τη στρατηγική της όσον αφορά την παροχή υπηρεσιών που βασίζονται σε εκθετικές τεχνολογίες

Οι εκθετικές τεχνολογίες, όπως η τεχνητή νοημοσύνη, το cloud και οι υπερυπολογιστές, υπόσχονται ένα άλμα στην επιχειρηματική ανάπτυξη, έχετε διαπιστώσει μέχρι τώρα κάποιες αλλαγές από τη χρήση τους;

Η ανάπτυξη του Cloud, της τεχνητής νοημοσύνης, της μηχανικής μάθησης, επιχειρηματικής ευφυΐας και άλλων αντίστοιχων τεχνολογιών άλλαξε ριζικά και δια παντός τον τρόπο που λειτουργεί και αναπτύσσεται ένας τραπεζικός οργανισμός. Η τεχνολογία βρίσκεται πλέον  στην καρδιά του οράματος και του επιχειρηματικού τραπεζικού μοντέλου.

Παραδείγματα στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης θα μπορούσαν να είναι οι λύσεις αυτοματοποίησης επαναλαμβανόμενων διαδικασιών με χρήση, μεταξύ άλλων, και τεχνολογίας Robotics Process Automation, η χρήση μηχανικής μάθησης στην παρακολούθηση νέων υπόπτων συμπεριφορών απάτης και καταπολέμησης ξεπλύματος χρήματος και χρηματοδότησης τρομοκρατίας.  Όσον αφορά το cloud computing παρέχει ευελιξία στον κύκλο υλοποίησης νέων προϊόντων συμβάλλοντας στην στρατηγική “time to market” των τραπεζών  ενώ παράλληλα  επιτρέπει γενναία μείωση στα λειτουργικά έξοδα. Οι λύσεις είναι απεριόριστες, το ίδιο και οι δυνατότητες που προσφέρουν. Η κυριότερη αλλαγή είναι πως καθιστούν ικανό έναν οργανισμό να κατανοήσει την ουσία ενός πλάνου ψηφιακού μετασχηματισμού, η οποία δεν αφορά ούτε επικεντρώνεται απλά στη μείωση του κόστους ή της ταχύτητας των διαδικασιών και υπηρεσιών της.

Πρόσφατα, η Τράπεζα της Ελλάδας έδωσε πράσινο φως για ευρύτερη χρήση του cloud. Τι δυνατότητες σας δίνει αυτή η άδεια και πως πρόκειται να τις αξιοποιήσετε το ερχόμενο διάστημα;

Τα τελευταία χρόνια οι κεντρικές τράπεζες επιδείκνυαν σκεπτικισμό ως προς τα cloud-based συστήματα κυρίως για λόγους συμμόρφωσης και πολιτικών ασφάλειας. Ωστόσο, σήμερα οι πάροχοι cloud τεχνολογιών έχουν ενισχύσει τις πολιτικές ασφαλείας τους με στόχο την ενεργοποίηση αμυντικών και προστατευτικών μηχανισμών και τη μεγαλύτερη διαφάνεια. Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι οι πάροχοι cloud εδραιώθηκαν σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων κυβερνο-επιθέσεων, επομένως οι πολιτικές ασφαλείας τους αναγκάστηκαν να γίνουν πιο ώριμες και ισχυρές.

Το πράσινο φως για την ευρύτερη χρήση του Cloud επιτρέπει σε παραδοσιακούς τραπεζικούς οργανισμούς να επιτύχουν κάτι ακόμη πιο σημαντικό: να διατηρήσουν ανταγωνιστικές πλατφόρμες σε σχέση με τις ψηφιακές τράπεζες και τα fintechs και να έχουν πιο ενεργό ρόλο στον νέο χάρτη ψηφιακής τραπεζικής.

Για την αξιοποίηση των εκθετικών τεχνολογιών, έχετε επιλέξει περισσότερο εσωτερική ανάπτυξη με τη βοήθεια ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, ανάθεση σε τεχνολογικούς παρόχους ή ένα συνδυασμό των παραπάνω και κάτι άλλο;

Για τις θεμελιώδεις αλλαγές που επιφέρει ο ψηφιακός μετασχηματισμός και για τη δημιουργία αξίας για τους πελάτες και υπαλλήλους τους, θεωρούμε πως σημαντικό μέλημα για εμάς είναι οι συνέργειες με αξιόπιστους τεχνολογικούς παρόχους.

Προς αυτή την κατεύθυνση τοποθετούμαστε σε λύσεις και τεχνολογίες Smart Banking που μπορούν να ενοποιηθούν με τα υφιστάμενα πληροφοριακά συστήματα μιας τράπεζας για βελτιωμένη digital εμπειρία του πελάτη τους, να δημιουργήσουν υπηρεσίες “financial wellness”  με χρήση  behavioral gamification και AI τεχνολογιών, κ.α.

Επιπλέον, αναλόγως με τις ανάγκες των πελατών μας, αναπτύσσουμε εξειδικευμένες χρηματοπιστωτικές λύσεις, “own brand”, στις οποίες επενδύουμε φροντίζοντας να έχουν τη δυνατότητα να ενσωματώνουν νέες τεχνολογίες.

Από τα έργα που είναι σε εξέλιξη, από ποιο έχετε τις περισσότερες προσδοκίες όσον αφορά την αξιοποίηση εκθετικών τεχνολογιών;

Μία από τις σημαντικές συνεργασίες μας με πάροχο που διατηρεί θέση leader σε quadrands των Gartner, Forrester και Everest αφορά στην περιοχή του RPA. Η πιστοποιημένη ομάδα μας υλοποιεί έργα σε μεγάλους τραπεζικούς οργανισμούς υποστηρίζοντας όχι μόνο την αυτοματοποίηση επαναλαμβανόμενων καθηκόντων, αλλά και τον προκαταρκτικό εντοπισμό αυτών που θα επιφέρουν και το μεγαλύτερο ROI στον πελάτη μας.

Με βάσει την άποψη των  πελατών μας και τις έρευνες της τραπεζικής αγοράς, φαίνεται πως το RPA είναι η κύρια περιοχή επένδυσης σχετικά με την τεχνολογία της τεχνητής νοημοσύνης από τις τράπεζες που επιχειρούν ψηφιακό μετασχηματισμό. Λαμβάνοντας επίσης υπόψη πως η εφαρμογή του RPA δεν επικεντρώνεται μόνο σε μία διεύθυνση ενός οργανισμού, αλλά σε ολόκληρο το φάσμα των λειτουργιών του, οι προσδοκίες μας για νέα έργα και ποιοτική υποστήριξη των πελατών μας είναι αρκετά υψηλές.

Τα δυο είδη της τεχνητής νοημοσύνης που κάνουν τη διαφορά

Οι ειδικοί χωρίζουν την τεχνητή νοημοσύνη σε δύο είδη, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις λύσεις που προσφέρει σε μια εταιρεία και κατ’επέκταση στην ανάπτυξη της. Το “Αδύναμο ΑΙ” και το “Δυνατό ΑΙ”. Ο διαχωρισμός αυτός δεν υποκρύπτει κάτι για τις ικανότητες της νέας τεχνολογίας αλλά όπως θα διαβάσετε αναφέρεται κυρίως στο εύρος των λειτουργιών που καλύπτουν οι δύο κατηγορίες.

Το “Αδύναμο ΑΙ” είναι ένα σύστημα τεχνολογίας όπου μπορεί να εκπληρώσει και να επιτύχει ένα πο-λύ συγκεκριμένο task. Είναι σχεδιασμένο έτσι που να μπορεί να βοηθήσει στην επίλυση συγκεκριμέ-νων προβλημάτων. Το Αδύναμο ΑΙ λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν προγραμματιστεί και είναι “εξαρτημένο” από αυτούς. Με άλλα λόγια έχει σχεδιαστεί με τέτοιο τρόπο που να ενεργεί ευφυώς και αποτελεσματικά στα tasks που του έχουν ανατεθεί.

Το “Δυνατό ΑΙ” έχει πολύ μεγαλύτερο εύρος λειτουργίας. Πρόκειται για την τεχνητή νοημοσύνη που έχει μεγάλες ικανότητες και λειτουργικότητα, φτάνοντας στο σημείο να “μιμείται” το ανθρώπινο μυαλό. Είναι τόσο δυνατό που οι ενέργειες που κάνει το σύστημα είναι ίδιες με αυτές ενός ανθρώπου. Μπορεί να προχωρήσει σε πολλαπλά tasks ταυτόχρονα και να επιλέξει πώς θα ολοκληρώσει το καθένα έτσι ώστε να έχει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα.

Προφανώς το “Δυνατό ΑΙ” είναι μια τεχνολογία που δεν έχει ιδιαίτερη εφαρμογή ακόμα στις επιχειρήσεις, ωστόσο θεωρείται πως πρόκειται για το μοντέλο που θα κυριαρχήσει τα επόμενα χρόνια.

Γίγαντες με πήλινα πόδια τα κρυπτονομίσματα

Η αστοχία του Crypto.com, η οποία κόστισε αρκετά εκατομμύρια δολάρια σε συναλλασσόμενους, είναι ένα μόνο από τα περιστατικά που μένουν στην αφάνεια, λόγω απουσίας ελέγχου στην αγορά.

Στις 27 Ιανουαρίου, οι χρήστες της εφαρμογής της Crypto.com για φορητές συσκευές έβλεπαν για αρκετές ώρες στην οθόνη τους το μήνυμα “Sorry, there was an issue when processing your request. Please try again later or contact support via live chat or at [email protected]”, κάθε φορά που προσπαθούσαν να κάνουν αγορά ή πώληση κρυπτονομισμάτων. Η ημέρα θα μπορούσε να είναι απλά μια συνηθισμένη Τετάρτη, αλλά δεν ήταν, καθώς από την περασμένη μέρα, είχε ξεκινήσει μια βουτιά της τιμής των κρυπτονομισμάτων και αρκετοί επενδυτές έσπευδαν να ρευστοποιήσουν κέρδη των προηγούμενων ημερών.

Σε forum και κοινωνικά δίκτυα τα αρνητικά σχόλια έπεφταν βροχή, άλλωστε η εταιρεία δεν είχε ούτε στο παρελθόν καλή αξιολόγηση όσον αφορά την εξυπηρέτηση πελατών. Όταν όμως κάποιοι αποφάσισαν να κάνουν κάτι πιο ουσιαστικό από το να εκφράζουν το θυμό τους με posts, διαπίστωσαν ότι δεν υπήρχε αρχή που ήταν διατεθειμένη να ερευνήσει το θέμα και να προβεί σε κυρώσεις.

Σε επικοινωνία που είχαμε μέσω forum με χρήστες της Crypto.com, μας ενημέρωσαν ότι η εταιρεία, παρά τις επίμονες προσπάθειες τους, δεν αποκάλυπτε ποια ήταν η ρυθμιστική αρχή, στην οποία υπάγεται και φυσικά δεν αναλάμβανε καμία ευθύνη για τη ζημιά που έπαθαν.

Άγρια Δύση τα ανταλλακτήρια κρυπτονομισμάτων
Θα ταξιδέψουμε στο Τόκιο και μια δεκαετία πίσω στο χρόνο, για να θυμηθούμε την εταιρεία Mt. Gox, η οποία ιδρύθηκε τον Ιούλιο του 2010 και μέχρι τα μέσα του 2014, διαχειρίζονταν περισσότερο από το 70% των συναλλαγών bitcoin σε παγκόσμιο επίπεδο. Τον Φεβρουάριο του 2014, το Mt. Gox έπαυσε τις συναλλαγές, διέκοψε τη λειτουργία του web site και της υπηρεσίας συναλλαγών και έκανε αίτημα προστασίας από πτώχευση.

Τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς, η εταιρεία ανακοίνωσε ότι 850.000 bitcoins, των οποίων η σημερινή αξία είναι περίπου 42,5 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ τότε ήταν μόλις 450 εκατομμύρια ευρώ, είχαν κλαπεί. Έκτοτε αν και περίπου 200.000 bitcoins έχουν ανακτηθεί, χιλιάδες είναι οι πελάτες της εταιρείας που περιμένουν την αποζημίωση τους, χωρίς πολλές ελπίδες.

Θεωρητικά, μετά από ένα τόσο σημαντικό συμβάν, το αναμενόμενο θα ήταν να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο προστασίας των πελατών, κάτι όμως που δε συνέβη. Έκτοτε, έχουν προκύψει δεκάδες μικρότερης έκτασης παρόμοια περιστατικά, με το πιο ηχηρό από αυτά να λαμβάνει χώρα τον περασμένο Δεκέμβριο.

Οι  πελάτες της Wirex, η οποία επίσης δραστηριοποιείται ως ανταλλακτήριο κρυπτονομισμάτων και διαθέτει κάρτα ανάληψης από ATM, άρχισαν να διαμαρτύρονται ότι είχαν κλειδωθεί έξω από τους λογαριασμούς τους, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα ανάληψης.

Μετά την επίλυση του προβλήματος, η εταιρεία ζήτησε συγνώμη από τους πελάτες της, αλλά απέρριψε αιτήματα αποζημίωσης.

Το πρόβλημα της απουσίας ρυθμιστικού πλαισίου ενισχύεται από την απροθυμία πολλών ΜΜΕ να δώσουν έκταση σε αυτά τα περιστατικά, δεδομένου ότι τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος διαθέτουν σημαντικά ποσά για τη διαφήμισή τους σε αυτά.

Στην περίπτωση της Crypto,com, παρά το γεγονός ότι υπήρξαν πελάτες της εταιρείας που έστειλαν τεκμηριωμένα στοιχεία σε μέσα ενημέρωσης, όπως το Forbes.com και το Business Insider, οι αρχισυντάκτες των μέσων προτίμησαν να μην προχωρήσουν σε δημοσιεύσεις, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις υπήρξαν μέσα που προχώρησαν σε διαγραφές σχολίων που δημοσιεύτηκαν σε σχετικά άρθρα.

Ποιος τελικά δημιούργησε το bitcoin και με τι σκοπό;
Η φιλολογία της ίδρυσης του bitcoin είναι σε γενικές γραμμές γνωστή στους ειδικούς των κρυπτονομισμάτων και διαθέσιμη για όσους ενδιαφέρονται στη Wikipedia. Ωστόσο, το ερώτημα μας αφορά περισσότερο στη φιλοσοφία του bitcoin, το οποίο ξεκίνησε τη ζωή του ως κρυπτονόμισμα και απελευθερωτικό εργαλείο από τη “σκλαβιά” των κεντρικών τραπεζών.

Σχεδόν δέκα χρόνια μετά, η εικόνα που έχει δημιουργηθεί ταιριάζει περισσότερο με αυτή ενός κερδοσκοπικού προϊόντος και μάλιστα πολύ υψηλού κινδύνου, καθώς όπως προαναφέραμε δεν υπάγεται πρακτικά σε κανένα ρυθμιστικό πλαίσιο.

Ο υποτιθέμενος ιδρυτής του Satoshi Nakamoto φαίνεται να έχει στην κατοχή του 1,1 εκατομμύρια bitcoins, δηλαδή περίπου 400.000 λιγότερα από όσα αγόρασε πρόσφατα η Tesla με κύριο μέτοχο τον Elon Musk. Επιπλέον, 4 εκατομμύρια bitcoins έχουν χαθεί και θεωρούνται μη ανακτήσιμα από το σύνολο των 21 εκατομμυρίων bitcoins που μπορούν πρακτικά να εξορυχθούν.

Η εικόνα που δημιουργείται εύλογα εγείρει την υποψία, αν η αγορά του bitcoin και κατ’ επέκταση άλλων κρυπτονομισμάτων θα μπορούσε να είναι χειραγωγήσιμη. Σύμφωνα με τον James Ledbetter, Chief Content Officer στην Clarim Media και ειδήμονα στα κρυπτονομίσματα, με τον οποίο επικοινωνήσαμε, “πρακτικά είναι αδύνατο να χαθεί οριστικά ένα bitcoin, καθώς όλες οι συναλλαγές είναι καταχωρισμένες στο αρχείο της αλυσίδας του blockchain.

Επομένως, δεν είναι ξεκάθαρο πως και πότε, τα bitcoins που θεωρούνται χαμένα θα μπορούσαν να επηρεάσουν την αγορά.” Ωστόσο, όπως συμπληρώνει ο ίδιος, “είναι αδύνατο να ρυθμιστεί η αγορά των κρυπτονομισμάτων με την ίδια αποτελεσματικότητα που έχει ρυθμιστεί η αγορά των υπόλοιπων νομισμάτων.”

Ο συνδυασμός των δύο θέσεων του Ledbetter, μας λέει πρακτικά ότι το bitcoin δεν εξυπηρετεί πλέον το σκοπό που δημιουργήθηκε ή τουλάχιστον το σκοπό για τον οποίο μάθαμε ότι δημιουργήθηκε και έχει μετατραπεί σε ένα κερδοσκοπικό προϊόν με προεκτάσεις στο χώρο της παραοικονομίας και της τρομοκρατίας, χωρίς να είναι εύκολα εφικτός ο έλεγχος του.

Η εικόνα δεν απέχει χιλιόμετρα από τα υπόλοιπα νομίσματα και κερδοσκοπικά προϊόντα, τα οποία επίσης είναι “ανασφαλή” σε μικρότερο ή μεγαλύτερο ποσοστό, όπως μας δείχνει η τρέχουσα κατάσταση με την τουρκική λίρα, η πρόσφατη κρίση των Κυπριακών τραπεζών και δεκάδες άλλα περιστατικά. Ωστόσο, υπάρχει μια ειδοποιός διαφορά.

Στην περίπτωση των κρυπτονομισμάτων, οι μέχρι στιγμής συμπεριφορές των ανταλλακτηρίων που λειτουργούν επίσης και ως ψηφιακά πορτοφόλια, δείχνουν ότι αν κάτι δεν πάει καλά, οι πιθανότητες να αποζημιωθούν οι πελάτες είναι σχεδόν μηδενικές.

Σύμφωνα με έρευνες, ο αριθμός των bitcoin που έχουν στην κατοχή τους τα μεγαλύτερα ανταλλακτήρια στο σύνολο τους αντιπροσωπεύουν λιγότερο από το 10% των συνολικών διαθέσιμων.  Από αυτά, το μεγαλύτερο μερίδιο το έχει η Coinbase με ποσοστό 3.83%, η ΟΚΕΧ με 1.58% και η Binance με 1.44%. Η λίστα πάντως είναι μεγάλη, αποκαλύπτοντας το μέγεθος των εταιρειών που ξεπηδούν κάθε τόσο από το διαδίκτυο, πιάνοντας ένα μερίδιο των διαδικτυακών καταναλατών.

Περίπου 2500 “φάλαινες” ελέγχουν πάνω από το 40% της αγοράς του bitcoin
Μπορεί τα φώτα της δημοσιότητας να πέφτουν στο bitcoin, λόγω αξίας και παλαιότητας, αλλά ανάλογη φαίνεται να είναι η κατάσταση και σε άλλα κρυπτονομίσματα.

Εταιρείες, όπως η Crypto.com ξεπηδούν από το πουθενά – αν και με έρευνα, μπορούμε να δούμε ότι το πουθενά έχει συντεταγμένες –  δημιουργούν το δικό τους κρυπτονόμισμα, το ρίχνουν στην αγορά και υπόσχονται στους επενδυτές τεράστια κέρδη.

Κάποιοι είναι πιθανό να εξαφανιστούν σε ένα χρόνο ή και συντομότερα, παίρνοντας μαζί τους τα FIAT που τους εμπιστεύτηκαν οι πελάτες  τους για να αποκτήσουν κρυπτονομίσματα.

Ο μόνος τρόπος για να διεκδικήσει στη συνέχεια κάποιος αποζημίωση είναι να κινηθεί νομικά απέναντι σε δεκάδες καλοπληρωμένους δικηγόρους που θα υπερασπιστούν τη θέση των πελατών τους στο πλαίσιο νομικών συστημάτων, τα οποία ισχύουν σε νησιά ή ηπειρωτικές νησίδες που δύσκολα διακρίνονται σε ένα παγκόσμιο χάρτη ακόμα και μεγάλης κλίμακας.

Πέρα από το τοπίο Άγριας Δύσης που δημιουργεί αυτή η κατάσταση, αφήνει και μια γεύση πικρίας. Υπήρξαν άνθρωποι που πίστεψαν πριν από μερικά χρόνια ότι οι ιδρυτές της κρυπτονομισμάτων ήταν ιδεολόγοι που ήθελαν να αλλάξουν την εικόνα της παγκόσμια οικονομίας.

Σήμερα, οι περισσότεροι από αυτούς θα νιώθουν μάλλον απογοητευμένοι που εξαπατήθηκαν για μια ακόμα φορά από “επαναστάτες”.

Η τεχνολογία διαγράφει τη λογική του “περίπου τόσο”

Η ασφαλιστική αγορά επενδύει σε ψηφιακές τεχνολογίες για να μπορέσει στο μεσοπρόθεσμο μέλλον να εκτιμήσει τον κίνδυνο μοναδικά για κάθε συμβόλαιο. Η εποχή των μέσων όρων έχει περάσει ανεπιστρεπτί και οι πελάτες ζητούν ασφαλιστικά προϊόντα που θα καλύπτουν τις ανάγκες τους με τη σωστή τιμολόγηση.

Οι φυσικές καταστροφές και η σύνδεσή τους με την κλιματική αλλαγή είναι ίσως το πρώτο πράγμα που αναδύεται στη σκέψη των περισσότερων, όταν αναλογίζονται τους μελλοντικούς κινδύνους που χρειάζεται να προβλέψουν οι ασφαλιστικές εταιρείες για να δημιουργήσουν βιώσιμα μοντέλα.

Ωστόσο, με την εξαίρεση της πανδημίας και το ενδεχόμενο σύγκρουσης της Γης με ένα μεγάλο αστεροειδή, στην πράξη οι περισσότερες φυσικές καταστροφές έχουν τοπικό χαρακτήρα και επηρεάζουν τοπικές κοινωνίες για ένα σύντομο χρονικό διάστημα.

Αντιθέτως, υπάρχουν αλλαγές που οι ασφαλιστικές εταιρείες θα χρειαστεί να διαχειριστούν σε παγκόσμια κλίμακα και δεν είναι συνδεδεμένες με μια καταστροφή, αλλά με αλλαγές στον τρόπο ζωής. Για παράδειγμα, για έναν οδηγό ταξί, η ασφάλεια του αυτοκινήτου είναι μια υπηρεσία που χρειάζεται σχεδόν όλο το έτος και για πολλές ώρες κάθε μέρα. Όμως ένας οδηγός Uber δεν έχει τις ίδιες ανάγκες, καθώς συχνά κάνει αυτήν την εργασία περιστασιακά.

Κάτι ανάλογο θα μπορούσαμε να πούμε ότι ισχύει και για την ασφάλεια ενός σπιτιού, το οποίο ο ιδιοκτήτης του προσφέρει μέσω της πλατφόρμας Airbnb. Ακόμα και ένα συμβόλαιο υγείας θα μπορούσε να μεταβάλλεται ανάλογα με τις ανάγκες που έχει ο αγοραστής του σε διαφορετικές ηλικίες, αλλά και με την αξιολόγηση παραμέτρων που δείχνουν αν αυτός προσέχει την υγεία του ή όχι. Κοιτώντας πίσω στο 2017, θα δούμε ότι ένας σημαντικός αριθμός startups, όπως οι Friendsurance, Lemonade και Policygenius, άρχισαν να ελκύουν μεγάλες επενδύσεις, ενώ την περασμένη χρονιά μια από αυτές, η Lemonade, έγινε και η πρώτη insurtech στις ΗΠΑ που μπήκε στο χρηματιστήριο.

Στις αρχές του Φεβρουαρίου, η Lemonade σε συνεργασία με την Bestow παρουσίασαν μια νέα υπηρεσία που επιτρέπει σε αγοραστές να αποκτήσουν μέσα σε λίγα λεπτά ασφάλεια ζωής. Τους αγοραστές καλωσορίζει η Maya, ένα chatbot, το οποίο τους καθοδηγεί στην ολοκλήρωση της διαδικασίας μέχρι και το σημείο που αυτοί βλέπουν αν η ασφάλεια τους έχει εγκριθεί.

Τον Δεκέμβριο του 2020, η Lemonade δημοσίευσε τα κέρδη τριμήνου, τα οποία ήταν λίγο πιο κάτω από τα 43 εκατομμύρια δολάρια, όταν το αντίστοιχο τρίμηνο της περασμένης χρονιάς ήταν μόλις τα μισά.

Ένα μεγάλο ποσοστό ασφαλιστικών προϊόντων, με αξία συμβολαίων που δεν ξεπερνά συχνά τα 50 δολάρια ανά έτος, πωλούνται πλέον μέσα από ψηφιακά πορτοφόλια, όπως αυτά των Revolut και N26.

Ο πελάτης με ευκολία πατά το κουμπί “Θέλω να ασφαλίσω το κινητό μου” και αυτόματα ένα μικροποσό μεταφέρεται από το ψηφιακό του πορτοφόλι στο ταμείο της εταιρείας, ενώ τα συμβόλαια φτάνουν λίγο αργότερα υπογεγραμμένα με ψηφιακή υπογραφή στο mailbox του πελάτη.

Αν και η Revolut δεν διαχωρίζει στον κύκλο εργασιών της τα έσοδα από διαφορετικά προϊόντα, σύμφωνα με αναλυτές, ένα σημαντικό ποσοστό της αύξησης του κύκλου εργασιών από 58 εκατομμύρια σε 160 εκατομμύρια λίρες Αγγλίας (2018 – 2019), και της αύξησης κερδών από 11 εκατομμύρια στα 33 εκατομμύρια λίρες Αγγλίας, (2018 – 2019), οφείλεται στα ασφαλιστικά προϊόντα.

Ίσως έχετε ήδη σκεφτεί ότι τα μεγέθη αυτά είναι σταγόνα στον ωκεανό σε σχέση με τους κύκλους εργασιών εταιρειών της ασφαλιστικής αγοράς, των οποίων η ιστορία ξεκινά πριν από 200 χρόνια.

Πράγματι αυτό ισχύει, αλλά όπως συμβαίνει και με τις τράπεζες, οι νέες αυτές εταιρείες δεν προσπαθούν να πάρουν όλο το κεφάλι του τυριού από το κελάρι, αλλά να κόψουν μικρά κομμάτια. Το πρόβλημα είναι ότι το άθροισμα πολλών μικρών κομματιών μπορεί στο τέλος να είναι όλο το κεφάλι του τυριού.

Είναι δεδομένο ότι οι ιστορικές ασφαλιστικές εταιρείες δεν παραμένουν άπραγες. Ως πρώτο βήμα επενδύουν σε τεχνολογία για να βελτιώσουν τις λειτουργίες τους και άρα να περιορίσουν τα έξοδα τους. Σύμφωνα με τη McKinsey, οι αυτοματισμοί είναι δυνατό να μειώσουν μέχρι και 30% το κόστος διαδικασιών που συνεπάγεται μια απαίτηση αποζημίωσης.

Η πανδημία έχει επιταχύνει τις επενδύσεις αυτοματισμών, καθώς πρόσθεσε και τον παράγοντα της “απροθυμίας” συνάντησης ασφαλιστή και πελάτη. Σύμφωνα με έρευνα της Deloitte, το 40% των ασφαλιστικών εταιρειών που συμμετείχαν δήλωσαν ότι θα αυξήσουν τις επενδύσεις τους σε τεχνολογίες που θα τους επιτρέψουν την απευθείας πώληση στον πελάτη.

Αν όμως εστιάσουμε στα στοιχεία της ίδιας έρευνας για την Ευρώπη, θα δούμε ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες θέτουν διαφορετικές προτεραιότητες και προτιμούν να στηρίζουν το κανάλι των πωλήσεων, φτάνοντας μέχρι και στο σημείο να ενισχύουν οικονομικά τους πωλητές που βρίσκονται σε δυσχερή θέση.

Οι συνάδελφοι των Ευρωπαίων ασφαλιστών στις ΗΠΑ σίγουρα ζηλεύουν αυτήν την κατάσταση, καθώς σχεδόν το 50% αυτών είδαν τα έσοδα τους να μειώνονται μέσα στο 2020, ενώ το 70% αυτών χρειάστηκε να μπουν σε κάποιο πρόγραμμα δανεισμού.

Η απομακρυσμένη εργασία, αλλά και τα συστήματα αυτοματισμού έχουν αυξήσει την ανησυχία των υπεύθυνων για την ασφάλεια των επιχειρήσεων. Όπως φαίνεται από την έρευνα της Deloitte, το 79% των συμμετεχόντων θεωρούν ότι η εταιρεία τους θα χρειαστεί να ξεπεράσει διάφορων επιπέδων δυσκολίες για να μετασχηματιστεί ψηφιακά. Το ζήτημα της κυβερνοασφάλειας αφορά το 89% όσων ανησυχούν.

ΔΥΝΑΜΙΚΗ ΤΙΜΟΛΟΓΗΣΗ ΚΑΙ IOT, ΤΑ ΕΠΟΜΕΝΑ ΒΗΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΓΟΡΑ
Ακόμα και οι πιο αξιόλογες τεχνολογίες είναι πιθανό να αποτύχουν στο σκοπό τους, εάν δεν αξιοποιηθούν την κατάλληλη χρονική στιγμή και αυτό δε σημαίνει πάντα ότι το συντομότερο είναι και το καλύτερο. Όπως μας λέει o Μιχάλης Αντωνίου, Head of Analytics & Product στην Hellas Direct, η εταιρεία εισήγαγε την τεχνολογία των telematics, στην ασφάλεια αυτοκινήτου πριν από τέσσερα χρόνια. Όμως, η αγορά δεν ήταν έτοιμη να αποδεχτεί τα οφέλη της τεχνολογίας.

Η προσπάθεια που κάνει τώρα η Anytime με το προϊόν Smart Drive, δείχνει ενδεχομένως ότι η αγορά είναι ωριμότερη, αν και η δυσκολία των πελατών να μοιραστούν τα λεπτομερή προσωπικά δεδομένα, παραμένει ένα σημαντικό εμπόδιο.

Εταιρείες, όπως η Root Insurance, τιμολογούν την ασφάλεια αυτοκινήτου βασισμένες αποκλειστικά σε τεχνολογίες telematics και σύμφωνα με τον Μιχάλη Αντωνίου, αυτό είναι το μέλλον και για αγορές που δεν είναι ακόμα αρκετά ώριμες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.

Στην ανάπτυξη της ελληνικής αγοράς insurtech θα μπορούσε θεωρητικά να συμμετέχει και το οικοσύστημα των startups, το οποίο προσωρινά δεν έχει ασχοληθεί επαρκώς με τον τομέα αυτό. Ωστόσο, ανασταλτικός παράγοντας είναι η δυσκολία απόκτησης άδειας ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία απαιτεί σημαντικά κεφάλαια.

Οι full-stack ασφαλιστικές, όπως οι Hellas Direct και Anytime, φαίνεται να έχουν σε αυτήν την φάση πλεονέκτημα απέναντι σε εταιρείες που θα παρείχαν επιμέρους υπηρεσίες, οι οποίες προκειμένου να εξυπηρετήσουν τους πελάτες τους θα έπρεπε να συνεργάζονται με ασφαλιστικές που διαθέτουν άδεια.

Οι digital based brokers, όπως η Insurancemarket και η αναμενόμενη Pricefox, δε χρειάζεται να ξεπεράσουν το εμπόδιο της αδειοδότησης και για αυτό θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως καταλύτης στο insurtech, ωθώντας παραδοσιακές εταιρείες να υιοθετήσουν μοντέλα δυναμικής τιμολόγησης.

Πού βρίσκονται όμως οι “νέοι παίκτες” της ελληνικής ασφαλιστικής αγοράς σε σχέση με τον ανταγωνισμό και την τεχνολογία; To Digital Finance ρώτησε μερικούς από αυτούς για το positioning, τις νέες τεχνολογίες και τη σχέση τους με την παραδοσιακή ασφαλιστική αγορά.

TΕΧΝΟΛΟΓΙΕΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΜΕΓΑΛΟΥ ΟΓΚΟΥ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ “ΨΗΦΙΖΕΙ” Η HELLAS DIRECT
Η Hellas Direct επέλεξε την in-house ανάπτυξη των πληροφοριακών της συστημάτων και σε σύντομο χρονικό διάστημα ξεκίνησε να αποκομίζει οφέλη, υποστηρίζει ο Μιχάλης Αντωνίου, product manager της εταιρείας.

H HD στήθηκε εξαρχής ως μια ψηφιακή πλατφόρμα στον τομέα των ασφαλίσεων. Ποια ήταν τα οφέλη που αποκομίσατε;

Ξεκινήσαμε ως μία αμιγώς digital εταιρεία και πήραμε την απόφαση να χτίσουμε το σύστημά μας από το μηδέν, με στόχο να εξυπηρετήσουμε καλύτερα τις ανάγκες του αγοραστή, αφού ξέραμε ότι στο σύγχρονο δυναμικό περιβάλλον η ευελιξία και η ταχύτητα ενός inhouse συστήματος θα μας έδιναν μεγάλο πλεονέκτημα. Η ανάπτυξη της ψηφιακής μας πλατφόρμας βασίστηκε σε μοντέλο “microservices” και “Infrastructure-as-a-Service”.

Έχοντας δεδομένη την υλική υποδομή χτίσαμε το λογισμικό, αξιοποιώντας σύγχρονες τεχνολογίες, με τη μορφή reusable building blocks, όπως δηλαδή τα κομμάτια ενός παιχνιδιού Lego, και εξασφαλίσαμε τη δυνατότητα να δημιουργούμε πολύ γρήγορα νέα καινοτόμα προϊόντα και υπηρεσίες.

Ήμασταν η πρώτη εταιρεία στην Ευρώπη που ξεκίνησε την κοστολόγηση ασφάλειας αυτοκινήτου με την ημέρα, παρέχοντας στον καταναλωτή τη δυνατότητα επιλογής διάρκειας από 30 έως 365 ημέρες.

Σκεφτείτε ότι o ανταγωνισμός ενσωμάτωσε αυτή τη δυνατότητα 4 χρόνια μετά. Αντίστοιχα, στην ασφάλεια κατοικίας, σχεδιάσαμε ένα καινοτόμο μοντέλο εντοπισμού και υπολογισμού ρίσκου, με μόνη πληροφορία την τοποθεσία ενός σπιτιού στον χάρτη.

Οι τεχνολογίες ανάλυσης μεγάλου όγκου δεδομένων προσφέρουν τα οφέλη που υπόσχονται;

Προσφέρουν οφέλη και αυτό το επαληθεύσαμε στην Hellas Direct τη χρονιά που πέρασε, με τον νέο αλγόριθμο τιμολόγησης που δημιουργήσαμε, αναλύοντας όλα τα data που έχουμε συγκεντρώσει τα τελευταία χρόνια.

Τα αποτελέσματα που είχε ο αλγόριθμος φάνηκαν από την πρώτη στιγμή που τέθηκε σε λειτουργία, αφενός ως προς τον δείκτη ζημιών (loss ratio), καθώς πλέον κάνουμε πιο σωστή ανάλυση ρίσκου, και αφετέρου ως προς τον ρυθμό με τον οποίο αυξάνεται το πελατολόγιό μας (customer acquisition rate) αφού καταφέραμε να δώσουμε χαμηλότερες τιμές σε μεγαλύτερο ποσοστό καταναλωτών.

Η ασφαλιστική αγορά ήταν πρωτοπόρος στην επιστήμη της στατιστικής. Αλλά αυτό που την εμπόδιζε να κάνει το επόμενο βήμα ήταν η επεξεργασία δεδομένων από διαφορετικές πηγές και ειδικότερα σε ψηφιακή μορφή. Σήμερα, χρησιμοποιούμε μέχρι και 10 φορές περισσότερες πηγές δεδομένων, που τροφοδοτούν τελικά τις αποφάσεις που παίρνουμε, σε σύγκριση με μία παραδοσιακή ασφαλιστική.

Έχουμε τόση ευελιξία που μπορούμε να αλλάζουμε την τιμολόγηση του προϊόντος σε διάστημα μερικών ωρών. Πρακτικά όμως, αυτό γίνεται μερικές φορές τον μήνα αφού στο σύνολό της η ελληνική αγορά δεν μεταβάλλεται τόσο γρήγορα όσον αφορά στις τιμολογήσεις.

Η επένδυση στην τεχνητή νοημοσύνη είναι και επένδυση σε ανθρώπινους πόρους και μάλιστα ακριβούς. Είναι κάτι που θα κάνετε εσωτερικά ή θα βασιστείτε σε προϊόντα τρίτων και outsourcing υπηρεσίες;

Από την πρώτη μέρα, σχεδιάζουμε τη δική μας τεχνολογία και το δικό μας in-house σύστημα ανάλυσης δεδομένων. Πιστεύουμε ότι δεν μπορείς να είσαι καινοτόμος, αν εξαρτάσαι από προϊόντα ή υπηρεσίες τρίτων, για το βασικό προϊόν σου.

Γιατί οι υπηρεσίες τρίτων είναι σχεδιασμένες με τέτοιον τρόπο ώστε να εξυπηρετούν το μέσο χρήστη. Αυτό σημαίνει ότι πάντα εξαρτάσαι από το πόσο ευέλικτο είναι το σύστημα του τρίτου και από την ταχύτητα με την οποία ανταποκρίνεται η εξωτερική ομάδα.

Είμαστε μάλλον η μοναδική εταιρεία στην ευρύτερη περιοχή που έχει χτίσει το δικό της μοντέλο τιμολόγησης, από το μηδέν, χωρίς να εξαρτάται από τις τεχνολογικές λύσεις που παρέχουν τρίτα μέρη στον κλάδο της ασφάλειας.

Επενδύουμε πάντα στους πόρους τεχνολογίας, analytics και artificial intelligence, με το 50% του ανθρώπινου δυναμικού μας να αφορά αυτούς τους κλάδους. Μάλιστα, τυχαίνει αυτή τη στιγμή που μιλάμε να ψάχνουμε για νέα άτομα στην ομάδα μας, σε θέσεις engineer και product management.

Ο ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΨΗΦΙΑΚΗΣ ANYTIME
Ο Πάνος Κούβαλης, Mobility & Convenience Tribe Leader, των INTERAMERICAN και Anytime αποκαλύπτει κάποια από τα επόμενα βήματα προς τον ψηφιακό μετασχηματισμό της εταιρείας.

Η Anytime ήταν η πρώτη πλατφόρμα ψηφιακών ασφαλίσεων στην Ελλάδα. Τι σας ώθησε σε αυτήν την επιλογή;

Η Anytime της Interamerican, η πρώτη direct ασφάλιση στην Ελλάδα, ξεκίνησε πιλοτικά το 2006 και εμπορικά το 2011, όταν εκδόθηκε το πρώτο online συμβόλαιο. Η Anytime με απλό και ουσιαστικό τρόπο έκανε κατανοητή και ιδιαίτερα προσιτή τη συγκεκριμένη δυνατότητα ασφάλισης σε ένα ευρύ κοινό, καταργώντας παράλληλα την περιττή γραφειοκρατία.

Αρχικά, ξεκίνησε με πώληση ασφαλειών αυτοκινήτου, αλλά πλέον έχει επεκτείνει τις υπηρεσίες της και στις πωλήσεις συμβολαίων κατοικίας. Τόσο για την ασφάλεια αυτοκινήτου, όσο και κατοικίας, το σύνολο της διαδικασίας πραγματοποιείται ψηφιακά.

Σε αυτές τις δύο κατηγορίες, έχουμε πλέον τη δυνατότητα να εξυπηρετήσουμε σχεδόν το 95 έως 97% των εν δυνάμει πελατών αποκλειστικά μέσω της πλατφόρμας Anytime. Άλλωστε, η Anytime εξυπηρετεί πλέον περισσότερους από 400.000 ασφαλισμένους στο χώρο της ασφάλισης αυτοκινήτων, με δείκτη ικανοποίησης στο 94%.

Ποιες τεχνικές δυσκολίες αντιμετωπίσατε; Χρειάστηκε για παράδειγμα σύνδεση με legacy συστήματα της εταιρείας; Οι πελάτες είχαν προβλήματα εξοικείωσης με την πλατφόρμα;

Κάθε πρωτοποριακό εγχείρημα αποτελεί μία πρόκληση. Η μεθοδολογία όμως που ακολουθήθηκε βασίστηκε στα best practices της μητρικής εταιρείας Achmea. Η βασική δυσκολία αφορούσε την προσαρμογή των εσωτερικών διαδικασιών, σε μια σαφώς πιο εξωστρεφή λογική που θα έπρεπε να επιτρέπει την εύκολη διασύνδεση με τις πλατφόρμες της online διαχείρισης των αναγκών του καταναλωτή. Αυτό απαιτούσε τη βελτιστοποίηση και απλοποίηση όλων των επιμέρους βημάτων.

Το γεγονός ότι ξεκινήσαμε πριν από 10 περίπου χρόνια, όταν οι διαθέσιμες τεχνολογίες δεν ήταν εξίσου ώριμες με σήμερα, έκανε το εγχείρημα δυσκολότερο. Η ανάπτυξη των γεφυρών που χρειάστηκαν, για να συνδεθούν τα legacy συστήματα της εταιρείας με τον front end έγιναν από το δικό μας τμήμα πληροφορικής και πρακτικά πήραμε βοήθεια μόνο για τη διαμόρφωση του user interface, ώστε να είναι όσο το δυνατόν πιο φιλικό στη χρήση.

Το αποτέλεσμα είναι σήμερα να έχουμε μια άψογη επικοινωνία ανάμεσα στην online πλατφόρμα και τα legacy συστήματα, την οποία διαρκώς προσπαθούμε να βελτιώνουμε.

Έχει περάσει αρκετός καιρός από την πρώτη έκδοση. Ποια θα λέγατε ότι είναι τα σημαντικότερα βήματα που έχουν γίνει έκτοτε, για την εξέλιξη της πλατφόρμας;

Από την έκδοση του πρώτου συμβολαίου μέχρι σήμερα πραγματοποιήθηκαν σημαντικά βήματα εξέλιξης. Η διαδικασία ασφάλισης είναι ακόμα πιο απλή και γρήγορη. Πραγματοποιείται διάλογος απευθείας με τον καταναλωτή, που επιτρέπει τη χαρτογράφηση των αναγκών του και τη στοχευμένη πρόταση που ανταποκρίνεται σε αυτές.

Σε αυτό το πλαίσιο εξετάζουμε σύγχρονες τεχνολογίες από τους τομείς του IoT και της ανάλυσης δεδομένων με χρήση τεχνητής νοημοσύνης. Ήδη χρησιμοποιούμε την ανάλυση δεδομένων για την εκτίμηση ρίσκου των προϊόντων μας.

Το επόμενο βήμα είναι η βελτίωση της εμπειρίας του πελάτη, όπου στόχος μας είναι να δημιουργήσουμε περισσότερο ευέλικτα προϊόντα, όπως το Smart Drive, αξιοποιώντας τις παραπάνω τεχνολογίες. Επίσης, μέσα στη χρονιά που διανύουμε σχεδιάζουμε την αξιοποίηση του chat και των chatbots στην πλατφόρμα της Anytime, τα οποία θα προσφέρουν μια πιο ολοκληρωμένη εμπειρία στο ψηφιακό περιβάλλον.

Πόσο είναι το οικονομικό όφελος που μπορεί να έχει ένας συνεπής οδηγός από τη χρήση της υπηρεσίας Smart Drive;

Από τα δεδομένα που έχουμε αναλύσει μέχρι τώρα, βλέπουμε ότι η έκπτωση για τον χρήστη του Smart Drive μπορεί να φτάσει μέχρι και 20%.

Θα μπορούσε η Anytime να αντικαταστήσει κάποιους τομείς ασφαλίσεων της μητρικής εταιρείας ή υπάρχουν λόγοι που θα συνεχίσει να λειτουργεί;

Η Anytime είναι ένα brand του ομίλου INTERAMERICAN, που απευθύνεται σε μεγάλο εύρος αγοραστικών κοινών, τα οποία επιθυμούν την ψηφιακή αλληλεπίδραση. Η μητρική εταιρεία από την άλλη καλύπτει ένα ευρύ φάσμα αναγκών που αφορούν τόσο συνεργάτες των παραδοσιακών δικτύων, όσο και συνέργειες με εμπορικούς συνεργάτες στο χώρο αυτοκινήτων, αλλά και εκτός αυτού.

Επιπρόσθετα, η μητρική εταιρεία έχει εντάξει στο επιχειρηματικό μοντέλο επιλογές τόσο στην Οδική Βοήθεια, όσο και στην επισκευή και συντήρηση των αυτοκινήτων, μέσα από τα ιδιόκτητα και συνεργαζόμενα δίκτυα συνεργείων. Τα δύο διαφορετικά μοντέλα αλληλοσυμπληρώνονται και δημιουργούν σειρά από συνέργειες και ευκαιρίες περαιτέρω ανάπτυξης.

ΑΠΟ ΤΙΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΣΤΗΝ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΓΟΡΑ
Η νέα πλατφόρμα σύγκρισης ασφαλιστικών προϊόντων της Cosmote Insurance ήρθε για να βοηθήσει το ψηφιακό αποτύπωμα των ασφαλιστικών, λέει στο Digital Finance o Διαμαντής Μπουζάνης, επικεφαλής του Cosmote Insurance.

Επιλέξατε να δημιουργήσετε μια πλατφόρμα cloud-based ή υβριδική; Όσον αφορά τον προμηθευτή σας στο cloud, ποια είναι τα χαρακτηριστικά που οδήγησαν στην επιλογή του;

Η πλατφόρμα του COSMOTE Insurance έχει ακολουθήσει τα τεχνολογικά guidelines του ομίλου OTE, επενδύοντας σε νέες τεχνολογίες και αρχιτεκτονικές ώστε να εξασφαλίσει με έναν στιβαρό τρόπο, το Time to Market, το customer experience αλλά και το security που ένα τέτοιο σύστημα πρέπει να παρέχει.

Μέρος της πλατφόρμας είναι εγκατεστημένο στα OTE Data Centers και με κατάλληλο integration έχει επιτευχθεί αλληλεπίδραση με τα συστήματα της εταιρείας. Η πλατφόρμα επικοινωνεί ταυτόχρονα με cloud applications αξιοποιώντας έτσι την ταχύτητα και την ποιότητα που παρέχουν στην καθημερινότητα τόσο της εμπορικής και τεχνικής ομάδας, όσο και σε αυτή του χρήστη.

Βασικό κριτήριο επιλογής αυτών των applications αλλά και κάθε συνεργάτη μας είναι η ποιότητα τους, η συνεχής τεχνολογική τους εξέλιξη, η ταχύτητα στην απόκριση και στην εξασφάλιση της ασφάλειας όλων των συναλλαγών.

Πώς αναγνωρίζετε τις ανάγκες των καταναλωτών και πως στη συνέχεια τις ταιριάζετε με τα προϊόντα των συνεργαζόμενων εταιρειών; Έχει αρχίσει να παίζει κάποιο ρόλο η τεχνητή νοημοσύνη;

Αυτό που παρατηρούμε, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι ότι η online πώληση αφορά κυρίως τυποποιημένα ασφαλιστικά προϊόντα, τα οποία έχουν δημιουργηθεί βάσει πολύ συγκεκριμένων συνθηκών και αφορούν κυρίως υποχρεωτικές από το Νόμο ασφαλίσεις.

Δεν είναι τυχαίο, ότι ασφαλίσεις που απαιτούν μεγαλύτερη ανάλυση του κινδύνου, π.χ. ασφάλιση σύνταξης, γίνονται από φυσικά δίκτυα πωλήσεων, ενώ τα e-insurance portals που τα διαθέτουν, λειτουργούν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα με σύστημα lead generation.

Σχετικά με την τεχνητή νοημοσύνη, φαίνεται ότι δεν έχει αρχίσει ακόμα να παίζει κάποιο ρόλο. Η τεχνολογία έχει προοδεύσει σημαντικά και γίνονται πραγματικά άλματα, αλλά ακόμα και η χρήση machine learning conversational chat bots, απέχει αρκετά από την τεχνητή νοημοσύνη. Σίγουρα όμως μπορούμε να πούμε, πως όλοι μας στην ασφαλιστική αγορά, εργαζόμαστε προς την κατεύθυνση εξερεύνησης του Α.Ι.

Έχετε δημιουργήσει γέφυρες με τις ασφαλιστικές εταιρείες που επιτρέπουν τη δυναμική αλλαγή τιμών στα συμβόλαια ή μήπως οι περισσότερες ασφαλιστικές δεν είναι ακόμα έτοιμες για αυτό;

Το σύνολο των ασφαλιστικών εταιρειών έχει δημιουργήσει σχέσεις κυρίως στον κλάδο αυτοκινήτων, αλλά και σε άλλους κλάδους, όπως η κατοικία. Η λήψη προσφορών ασφάλισης και η αλλαγή τιμών είναι real-time, αλλά οι ασφαλιστικές δεν μένουν μόνο σ’ αυτό. Προχωρούν και σε αυτοματοποιήσεις των back-end συστημάτων και των λογιστηρίων.

Οι ασφαλιστικές εταιρείες όχι απλά είναι έτοιμες για κάτι τέτοιο, αλλά έχουν εξαιρετικά ΙΤ στελέχη που αναβαθμίζουν συνεχώς τα συστήματα και τις διαδικασίες τους με χρήση της τεχνολογίας, προς όφελος των πελατών και των συνεργατών τους.

Στον όμιλο ΟΤΕ είμαστε ανοιχτοί στο καινούριο και εξερευνούμε νέες περιοχές, βγαίνοντας από τα στενά όρια των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών. Με αυτόν τον τρόπο αναπτύσσουμε έξυπνες λύσεις για τους πελάτες μας, διευκολύνοντας την καθημερινότητά τους.

Η καταλυτική δράση της COSMOTE αφορά στην αύξηση της ψηφιοποίησης της διανομής ασφαλιστικών προϊόντων, της εξυπηρέτησης των ασφαλισμένων και των σχετικών operations, καθώς στοχεύουμε στο να δημιουργήσουμε νόρμες και καλές πρακτικές προς αυτήν την κατεύθυνση.

Τι σας οδήγησε να δημιουργήσετε αυτήν την πλατφόρμα και να ανταγωνιστείτε εταιρείες που έχουν πολύ μεγάλο μερίδιο της αγοράς;

Η τεχνολογία έχει δημιουργήσει νέες δυνατότητες που μπορούν να κάνουν disrupt όλες σχεδόν τις αγορές. Η COSMOTE, διαθέτει την τεχνογνωσία και τα ψηφιακά εργαλεία να προσφέρει στην ασφαλιστική αγορά φθηνότερες, γρηγορότερες και ευκολότερες λύσεις.

Η επέκτασή μας σε νέες αγορές, ως μια νέα πηγή εσόδων, αποτελεί έναν από τους στρατηγικούς μας πυλώνες στην Cosmote. Σε αυτό το πλαίσιο δημιουργήσαμε το COSMOTE Insurance, μία ολοκληρωμένη ασφαλιστική πρόταση για το αυτοκίνητο, τη μοτοσυκλέτα, την κατοικία, το σκάφος και την πρωτοβάθμια υγεία.

Μια ψηφιακή πλατφόρμα σύγκρισης και αγοράς ασφαλειών, που απευθύνεται σε όλους τους καταναλωτές ανεξαρτήτως τηλεπικοινωνιακού παρόχου. Σε αυτή την αγορά έχουμε εισέλθει, όχι για να ανταγωνιστούμε τις ασφαλιστικές, αλλά για να αποτελέσουμε τον βραχίονα ανάπτυξης του ψηφιακού αποτυπώματός τους.

Τα πλεονεκτήματά μας είναι κυρίως η ευκολία πλοήγησης, η ταχύτητα των διαδικασιών, η διαφάνεια στη σύγκριση προϊόντων, η ασφάλεια των συναλλαγών, η υποστήριξη 24/7 από πιστοποιημένους συμβούλους και γενικά o mobile-first σχεδιασμός της εφαρμογής μας, που φέρνει όλη την ασφαλιστική αγορά στο κινητό του χρήστη.