Agile Banking: Τo μέλλον απαιτεί ευελιξία

Βασικός παράγοντας κλειδί για τον ψηφιακό μετασχηματισμό του banking είναι οι τραπεζικοί οργανισμοί να αγκαλιάσουν την agile μεθοδολογία» δήλωσε πρόσφατα η Jennifer Borchardt, Vice President of User Experience & Strategy της U.S. Bank και της Wells Fargo. Εντοπίζοντας μάλιστα την ανάγκη για τη δυναμική του agile «όχι μόνο στην ανάπτυξη των τραπεζικών software προϊόντων αλλά και ολόκληρης της τραπεζικής λειτουργίας στο σύνολο της, ώστε να επιτυγχάνονται οι αντικειμενικοί στόχοι καλύτερα και γρηγορότερα».

Οι δηλώσεις έρχονται όχι πολύ μετά την διαπίστωση της ΜcKinsey ότι το agile, όχι μόνο δεν είναι πια συστατικό αποκλειστικά της ΙΤ μεθοδολογίας, αλλά προκύπτει και ως ιδανικό εργαλείο banking management, υποσχόμενο όπως ανέφερε σε δημοσίευμα του, να μειώσει, μέχρι και πέντε φορές το time to market, βελτιώνοντας την εστίαση στα pain point των πελατών και αυξάνοντας την αποδοτικότητα όπως ακριβώς κάνει χρόνια με το ΙΤ management.

Όπως μάλιστα υπερθεματίζει και ο Dennis Gala του CIO Magazine «η agile κουλτούρα πρέπει να αναπτύσσεται σε ολόκληρους οργανισμούς και όχι μόνο στις innovation teams, όχι για να καλύπτουν τις ανάγκες τους σε καινοτομία, αλλά για να βρίσκονται μπροστά από τις εξελίξεις και όχι πίσω τους».

Το agile banking είχε ήδη κάνει εντυπωσιακή είσοδο στις συζητήσεις του τραπεζικού οικοσυστήματος, από όταν η JP Morgan Chase & Co, -των 2,5 τρισεκατομμυρίων assets παγκοσμίως και με πελατολόγιο που καλύπτει σχεδόν το 50% των αμερικανικών νοικοκυριών- στρεφόταν σε αυτό για να επιταχύνει τον ψηφιακό μετασχηματισμό της. Εσχάτως όμως έχει γίνει το δυνατότερο buzzword στο χώρο του digital banking. Γιατί;

Banking μεταξύ fintech και lockdown συμπληγάδων
Αρκετά πριν την πανδημία, το banking βρισκόταν ήδη υπό επίθεση από τις fintechs. Οι τράπεζες -όπως οι περισσότεροι παραδοσιακοί επιχειρηματικοί κολοσσοί που βασίζονταν σε ανάλογα brick and mortar δίκτυα- έχασαν το μεγαλύτερο πλεονέκτημα που αυτά τους έδιναν, όταν ο ψηφιακός τρόπος ζωής διέρρηξε τα business model στεγανά τους. Με την έλευση των lockdown, από την μία ο χαρακτήρας του επιδημικού κατεπείγοντος και από την άλλη η επέλαση των ανταγωνιστικών fintech -που έβγαζαν apps πριν καλά καλά στεγνώσει το μελάνι στα συμβόλαια χρηματοδότησης τους- έδειξαν ότι το μόνο που οι τράπεζες δεν έχουν είναι το πολυτιμότερο αγαθό που υπάρχει: χρόνο.

Το παραδοσιακό banking προσπαθούσε από την μία να προλάβει λαχανιασμένο τους «εκ γενετής» ψηφιακούς ανταγωνιστές του και από την άλλη να διαφυλάξει την νοοτροπία διοίκησης ενός old school υπερ-οργανισμού, με την τσιμεντένια ιεραρχία, τον κεντρικό έλεγχο και τον από τα επάνω σχεδιασμένο ψηφιακό μετασχηματισμό.

Ο οποίος συνήθως επέβαλε την ψηφιοποίηση μιας «παλιάς καλής αναλογικής διαδικασίας» αντί τη δημιουργία ενός εξολοκλήρου νέου προϊόντος, σε μια digital first φιλοσοφία.

«Καθώς οι τράπεζες αντιμετωπίζουν διαρκώς διαταραχές και ανακατατάξεις στα περιβάλλοντα όπου δραστηριοποιούνται, θα περίμενε κανείς ότι μέχρι τώρα θα είχαν “λεπτή σιλουέτα” (χωρίς περιττός λίπος), θα ήταν “ευέλικτες” και “ευκίνητες” σε ότι έχει να κάνει με την προσαρμοστικότητά τους στις ανάγκες των πελατών τους» σχολιάζει ο Δρ. Βασίλης Α. Μασούλας, MSc, MBA, MPhil, Agile Lean Six Sigma Master Coach, της ειδικευμένης στο agile management συμβουλευτικής εταιρείας Changeland. «Η πραγματικότητα είναι διαφορετική: η κουλτούρα των τραπεζών αποτρέπει τις απαραίτητες αλλαγές και χωρίς εξωτερική βοήθεια, φαίνεται να υστερούν σε σχέση τόσο με τις ανάγκες της αγοράς όσο και με τον ανταγωνισμό νέων παρόχων τραπεζικών υπηρεσιών».

Σύμφωνα με την εμπειρία του, όλες οι τράπεζες που συνεργαστήκαν με την Changeland στον agile μετασχηματισμό τους, τον υιοθέτησαν διότι συνειδητοποίησαν ότι η agile είναι μια ουσιαστική προσέγγιση για να γίνουν πολύ πιο αποτελεσματικές, αποδοτικές και ανταγωνιστικές.

Ήξεραν ότι η προσέγγιση που έως τότε ακολουθούσαν οδηγεί σε επένδυση τεράστιας προσπάθειας για την κατασκευή αχρησιμοποίητων εφαρμογών λογισμικού και δομών. Στην παραγωγή και προσφορά μηδαμινής αξίας προς τον πελάτη όταν ένα έργο διακόπτεται στα μισά του δρόμου λόγω αλλαγής προτεραιότητας.

Σε απογοητευμένους εργαζόμενους με αρνητική διάθεση, που αντιμετωπίζονται ως μηχανές, με έμφαση στη μεγιστοποίηση της αξιοποίησής τους και πολύ χαμηλή απόδοση. Από “μικροδιευθυντές” που είναι απασχολημένοι στο να χειραγωγούν τους υπαλλήλους τους και να ελέγχουν τις καθημερινές τους δραστηριότητες, αντί για εξυπηρετικούς ηγέτες που εκπέμπουν όραμα και ασχολούνται με την οικοδόμηση της στρατηγικής και των δομών που χρειάζονται για το μέλλον.

Τι είναι όμως το Agile Banking;
Οι ρίζες του φτάνουν πίσω στο ξεκίνημα της παντοκρατορίας της Silicon Valley και είναι εξέλιξη του τρόπου που μικρές ομάδες -πολύ συχνά απλές παρέες- από αντισυμβατικούς τύπους δοκίμαζαν εξίσου αντισυμβατικές μεθόδους και τεχνολογίες. Χωρίς να δίνουν δεκάρα για τις «επίσημες στρατηγικές» και «βέλτιστες επιχειρηματικές μεθόδους» των υπαρχόντων κεντρικά ιεραρχημένων βιομηχανιών.

Εξερευνώντας συνεχώς νέους δρόμους, με «trial and error» προσεγγίσεις που θα μας οδηγούσαν σε αυτό που σήμερα ζούμε ως ψηφιακό σύμπαν και διαταράσσοντας στην πορεία κάθε γνωστή ισορροπία, σε κάθε υπάρχουσα βιομηχανία στην οποία εισέβαλαν.

Απόλυτα φυσιολογικό σαν πρακτική, αφού όταν άνοιγαν πρώτοι έναν νέο δρόμο στο άγνωστο μέχρι τότε τοπίο, δεν απέκλειαν εντελώς το ενδεχόμενο να πάρουν λάθος κατεύθυνση και να πρέπει να ξαναξεκινήσουν προς μια νέα, αντί να ακολουθήσουν την λάθος ως το τέλος. Ξανά και ξανά.

Τι «ακριβώς» είναι όμως το agile; Μεθοδολογία, φιλοσοφία ή πρακτική; Για τον Βασίλη Μασούλα είναι ένας συγκεκριμένος τρόπος σκέψης, μια νοοτροπία, η οποία μόλις υιοθετηθεί, μπορεί να μεταφραστεί σε όλα τα παραπάνω. «Όταν πρωτοεμφανίστηκε, το Agile Manifesto παρείχε έναν νέο τρόπο σκέψης που, ειδικά για τις τράπεζες, απαιτούσε επανεξέταση σε διαφορετικά επίπεδα» μας εξηγεί.

Στην agile νοοτροπία όπως την αναλύει, η εστίαση σε ομάδες και σε επικοινωνία υψηλής ποιότητας αποδίδουν καλύτερα αποτελέσματα από τις αυστηρές διαδικασίες και τα καλά καθορισμένα εργαλεία. Ο πειραματισμός και η βιωματική μάθηση είναι πολυτιμότερη για τη γρήγορη εξεύρεση λύσεων από την ολοκληρωμένη τεκμηρίωση. Η οικοδόμηση συνεργατικής σχέσης με (εσωτερικούς και εξωτερικούς) πελάτες, έχει μεγαλύτερη αξία από μια λεπτομερή και νομικά άρτια σύμβαση. Η έγκαιρη προσαρμογή στην αλλαγή, είναι πολύ πιο αποτελεσματική από την τυφλή εκτέλεση ενός προκαθορισμένου σχεδίου.

Βασισμένο στην lean μεθοδολογία, το agile επικεντρώνεται στην σύντομη παράδοση αξίας (βασισμένη στις πραγματικές ανάγκες του πελάτη). Αναζητά συνέχεια μονοπάτια για συχνή ανατροφοδότηση, ενθαρρύνει την συνεχή βελτίωση και ενδυναμώνει την ομάδα στον ηγετικό τρόπο σκέψης, πάντα με τη χρήση σύνθετων διαδικασιών πληροφορικής και R&D που οπτικοποιούν διεργασίες και αποτελέσματα, ώστε να μπορούν να παρακολουθούν και να αξιολογούν την εξέλιξη κάθε project.

Στο banking αυτό μεταφράζεται στο να γίνουν όλοι πιο ευέλικτοι και ευκίνητοι και συνεπάγεται ότι οι οργανισμοί μπορούν να προσαρμοστούν γρήγορα, αβίαστα, στην οποιαδήποτε απαιτούμενη αλλαγή.

«Ο γρήγορος πειραματισμός γίνεται ένας προτιμώμενος τρόπος εργασίας. Ωστόσο, για να υιοθετήσουν πραγματικά αυτήν την προσέγγιση, οι διευθυντές, λειτουργώντας ως ηγέτες, θα πρέπει να εκτιμούν την εξερεύνηση και να εμπιστεύονται τους υπαλλήλους τους να πειραματίζονται, και να μαθαίνουν συνεχώς από τα λάθη τους» εξηγεί ο Βασίλης Μασούλας.
Συμπληρώνοντας ότι ακόμα οι εργαζόμενοι πρέπει να αισθάνονται ότι μπορούν να πειραματιστούν, και ότι είναι αποδεκτό ότι άλλοτε θα πετύχουν, ενώ άλλοτε θα αποτύχουν χωρίς αρνητικές συνέπειες για αυτούς.

Αλλά και η ηγεσία της επιχείρησης και οι ομάδες ανάπτυξης αλληλοεπιδρούν στενά προκειμένου να ορίζουν διαρκώς νέα τέτοια πειράματα.

Σοφία Δράκου, Alpha Bank
Συζητάμε “τι θέλει ο τελικός πελάτης; Ένα δάνειο εύκολα και απλά από όποιο κανάλι και αν επιλέξει”. Και ξεκινάμε ρωτώντας “τι κάνουμε για αυτό;”. Eίναι ένα περίπλοκο πρόβλημα και ιδιαίτερα σύνθετο έργο να καλύψεις end to end μια τέτοια «απλή» ανάγκη

Ο πελάτης στο κέντρο του agile σύμπαντος
Η «εκ των έσω» των τραπεζικών πυλών άποψη της Σοφίας Δράκου, Senior Digital Product Owner των Digital Innovation Τeams της Alpha Bank, όπως ακούστηκε και στο 19ο Bank Management Conference της Boussias τον επιβεβαιώνουν. Αλλά εστιάζουν και στην πραγματική αφετηρία κάθε agile banking ταξιδιού: την εκάστοτε ανάγκη του πελάτη.

«Ο agile τρόπος δουλειάς προωθεί πάρα πολύ τον διάλογο και την επικοινωνία μεταξύ των ομάδων, κάτι που φαίνεται πραγματικά στον τρόπο δουλειάς και κάνει πραγματική διαφορά στην καθημερινότητα των εργαζομένων. Και είναι αυτό που δημιουργεί και ένα περιβάλλον εμπιστοσύνης και ασφάλειας που τους ενδυναμώνει ώστε να έρθουν και να προτείνουν καινοτόμες λύσεις για να καλύψουμε την ανάγκη του πελάτη. Γιατί τελικά όλα κινούνται γύρω από την ανάγκη ενός πελάτη και συνήθως οι ανάγκες του πελάτη είναι μια λέξη: «θέλω να ανοίξω έναν λογαριασμό» ή «θέλω να πάρω ένα δάνειο» εύκολα και απλά. Πολύ εύκολο να το πει κάποιος, πολύ δύσκολο για μια τράπεζα να συντονιστεί και να προκαλέσει, να οργανωθεί και να καλύψει αυτό το πολύ «απλό» πράγμα» όπως αναφέρει χαρακτηριστικά.

«Όταν ξεκινάμε να πιάσουμε ένα customer journey, για παράδειγμα το δάνειο, ξεκινήσαμε να συζητάμε “τι θέλει ο τελικός πελάτης;
Ένα δάνειο εύκολα και απλά από όποιο κανάλι και αν επιλέξει”. Και ξεκινάμε ρωτώντας “τι κάνουμε για αυτό;”. Eίναι ένα περίπλοκο πρόβλημα και ιδιαίτερα σύνθετο έργο να καλύψεις end to end μια τέτοια «απλή» ανάγκη. Πως το έχουμε κάνει μέχρι τώρα; Ακολουθώντας τον agile τρόπο δουλειάς» εξηγεί με αμεσότητα.

Σε αυτή την πορεία εντοπίζει μάλιστα τα βασικά σημεία που η ομάδα της μαθαίνει την τριβή με τον agile τρόπο δουλειάς. «Όταν μιλάμε για end to end customer journey το agile αποτελεί τον βέλτιστο τρόπο για να δουλέψεις. Απαιτεί δυνατές και δυναμικές ομάδες, όπου οι υπάλληλοι πρέπει ν νιώθουν ενδυναμωμένοι να έχουν λόγο και να βγουν μπροστά να εκπροσωπήσουν τον εκάστοτε χώρο τους και να προτείνουν μία λύση με στόχο πάντα την ικανοποίηση του τελικού πελάτη. Από την άλλη πρέπει όλοι -και οι συμμετέχοντες και οι stakeholders και οι sponsors του έργου- να μπορούν να αποδεχτούν ότι είναι αδύνατον να ξέρουμε τα πάντα από την αρχή.

Πρέπει να μπορούν να νιώθουν ασφαλείς μέσα στην ασάφεια που έχει ένα τόσο σύνθετο έργο». Η ερώτηση που φυσικά προκύπτει όπως αναγνωρίζει και η ίδια είναι «πως προσπερνάμε αυτή την ασάφεια με τρόπο που να μη νιώθουμε εκτεθειμένοι;». Και η απάντηση θα μπορούσε να είναι μονολεκτική. «Δοκιμάζοντας. Δεν πρέπει να φοβόμαστε να κάνουμε πειράματα. Δοκιμάζουμε κάτι και αν δεν πετύχει περνάμε στην επόμενη λύση, μαθαίνοντας κάτι από το προηγούμενο. Από εκεί και πέρα η συμμετοχή του πελάτη είναι κριτικής σημασίας στην επιτυχία κάθε έργου. Είναι πάρα πολύ σημαντικό να τον εμπλέκουμε στη διαδικασία ήδη από τα wireframes, από τα πρωτόλεια, για να πάρουμε άμεσα το feedback του και να προσαρμοζόμαστε, ενώ σε κάθε τι που φτιάχνουμε δεν πρέπει να ξεχνάμε το αρχικό pain point. “Αυτό το καινούργιο πράγμα που φτιάχνω έρχεται να νικήσει το pain point που είχε ο πελάτης όταν ξεκίνησα;».

Υπογραμμίζει βέβαια ότι πρέπει όλοι εξ αρχής να αποδεχθούν ότι δεν θα μπορέσουν ποτέ να καλύψουν “day -one” όλες τις ανάγκες και πάντα πρέπει να κάνουν focus σε ένα πράγμα. «Για να μπορέσουμε να βγάλουμε κάτι γρήγορα στην παραγωγή -το minimum viable product- να το δώσουμε για να πάρουμε πίσω feedback. Άρα το θέμα της προτεραιοποίησης έρχεται πάρα πολύ ψηλά στην ατζέντα των agile έργων. Φυσικά ο ρόλος των stakeholders είναι κριτικής σημασίας αφού είναι αυτοί που θα επιταχύνουν το έργο που θα λύσουν τα τυχόν προβλήματα που θα παρουσιαστούν και είναι αυτοί που θα κρατήσουν και το involvement όλων των μελών των ομάδων ενεργό» εξηγεί.

«Και εννοείται ότι τίποτε από όλα αυτά δεν έχει κανένα νόημα αν δεν φροντίσουμε να τα μετρήσουμε» συνεχίζει. «Δεν θα μπορέσουμε ποτέ να αποδείξουμε πως ότι κάναμε ικανοποίησε και είχε νόημα για τον πελάτη αν δεν αφιερώσουμε προσπάθεια και χρόνο, ώστε από την αρχή να στήσουμε ένα σύστημα μέτρησης για να παρακολουθούμε τα KPIs μας».

Τονίζει μάλιστα ότι ειδικά για έργα μετασχηματισμού που αφορούν στις end to end διαδικασίες εξυπηρέτησης, ο agile τρόπος δουλειάς είναι ο ιδανικός. «Για να έρθεις κοντά στον πελάτη και να καταλάβεις τι θέλει και τελικά είναι ο πιο ασφαλής τρόπος για να του δώσεις αυτό που θέλει. Γιατί τελικά αυτό που θέλει είναι μια εμπειρία. Είναι πολύ σημαντικό ότι ο agile τρόπος δουλειάς σε κάνει να αποφύγεις αυτό που δεν θέλουμε. Να κάνεις απλό digitalization μιας υφιστάμενης κατάστασης διαδικασίας στο κατάστημα. Θέλουμε να φύγουμε από αυτό. Δεν είμαστε πια στην εποχή που κάναμε απλά ψηφιοποίηση, είμαστε στην εποχή που δημιουργούμε εμπειρίες. Digital εμπειρίες».

Βασίλης Μασούλας, ChangeLand
H κουλτούρα των τραπεζών αποτρέπει τις απαραίτητες αλλαγές και χωρίς εξωτερική βοήθεια, φαίνεται να υστερούν σε σχέση τόσο με τις ανάγκες της αγοράς όσο και με τον ανταγωνισμό νέων παρόχων τραπεζικών υπηρεσιών

Τα θετικά και τα αρνητικά
Ένα από τα βασικότερα πλεονεκτήματα του agile banking είναι το διαρκές feedback με τους πελάτες. Όπως μας εξηγεί ο Βασίλης Μασούλας σε μία από τις τραπεζικές εφαρμογές (banking apps) για παράδειγμα, οι πελάτες ενθαρρύνονται να υποβάλουν προτάσεις βελτίωσης. Κάθε εβδομάδα οι προτάσεις φιλτράρονται και ιεραρχούνται. Οι επιλεγμένες προτάσεις νέων χαρακτηριστικών της εφαρμογής οδηγούνται αμέσως στη φάση ανάπτυξης.

Οι πελάτες των οποίων η πρόταση απορρίφθηκε ειδοποιούνται. Παράλληλα, όταν τα νικητήρια χαρακτηριστικά ενσωματωθούν στην εφαρμογή (συνήθως εντός δύο εβδομάδων), τα χαρακτηριστικά αυτά παίρνουν το όνομα του πελάτη που τα πρότεινε.

Έτσι η ικανότητα του οργανισμού να δημιουργεί πραγματικό διάλογο με τους πελάτες του και τις ανάγκες τους παρέχει πολλά πλεονεκτήματα. Φέρνει τους πελάτες πραγματικά στο επίκεντρο. Το νιώθουν και το ξέρουν. Το προϊόν είναι αυστηρά προσαρμοσμένο στις ανάγκες της αγοράς. Η ομάδα πίσω από αυτό είναι ενθουσιώδης – ξέρει «γιατί».

Παρόλα αυτά υπάρχουν και μειονεκτήματα. «Το κύριο μειονέκτημα του γρήγορου πειραματισμού είναι η ανάγκη “αναίρεσης” ή “επαναφοράς”, όταν καταλαβαίνουμε ότι έχουμε ακολουθήσει ένα αδιέξοδο μονοπάτι. Μια τέτοια συνειδητοποίηση, εάν δεν αντιμετωπιστεί σωστά εκ των προτέρων, ή όταν εμφανιστεί, μπορεί να προκαλέσει απογοήτευση και μια αίσθηση σπατάλης χρόνου και/ή πόρων” μας εξηγεί ο Βασίλης Μασούλας. Επιπλέον, στον πυρήνα της η agile απαιτεί «εξυπηρετική ηγεσία» και αλληλεπιδράσεις που βασίζονται στην εμπιστοσύνη, την αξιοπιστία και τη σαφήνεια. Μπορεί να χρειαστεί χρόνος για να αποκτηθούν αυτά σε κάθε σημείο του τραπεζικού οργανισμού. «Υιοθέτηση της Agile χωρίς αυτά μπορεί να ενέχει ρίσκα!».

Επιπλέον μια παραδοσιακή τράπεζα μπορεί να αντιμετωπίσει εμπόδια στο να υιοθετήσει την agile μεθοδολογία. Κυρίως την σημαντική αλλαγή κουλτούρας που απαιτεί αυτή η «μεταμόρφωση».
«Οι τραπεζίτες μισούν τους κινδύνους, και ως εκ τούτου μισούν τους πειραματισμούς. Η καινοτομία είναι σπάνια (δεν διαθέτουν πνεύμα «lean Startup»). Οι τράπεζες είναι εξαιρετικά ιεραρχικές και η εξουσία κατανέμεται προσεκτικά και αραιά σε όλη τη διοικητική ιεραρχία – έτσι οι αποφάσεις δεν κατανέμονται σχεδόν ποτέ. Αυτό προκαλεί έλλειψη ενδυνάμωσης μιας διατμηματικής ομάδας. Δεδομένου ότι τα βασικά τραπεζικά πληροφοριακά συστήματα έχουν περάσει ελάχιστα από τη διαδικασία «εκσυγχρονισμού», η “Συνεχής Βελτίωση” είναι δύσκολο να επιτευχθεί και οι βασικές πρακτικές Μηχανικής Αριστείας (όπως η Συνεχής Ενοποίηση και η Συνεχής Παράδοση) δεν συναντώνται συχνά στις τράπεζες».

To ελληνικό fintech απογειώνεται

Λίγες μόλις ημέρες μετά την δημοσίευση του report «Startups in Greece 2021/2022» o Δημήτρης Καλαβρός – Γουσίου, Co-Founder & Partner του Found.ation & Velocity.Partners μας μιλά για την δυναμική του ελληνικού startup και fintech οικοσυστήματος. Τα δεδομένα της έκθεσης που, για 5η συνεχή χρονιά, παρουσιάστηκαν από το Found.ation και το EIT Digital (τμήμα του Ευρωπαϊκού Ινστιτούτου Καινοτομίας), σε συνεργασία με την Velocity.Partners, τον κάνουν ιδιαίτερα αισιόδοξο.

Δημήτρης Καλαβρός – Γουσίου Found.atrion
Σιγά σιγά, έχουν αρχίσει και αναδεικνύονται στον χώρο του fintech εταιρείες, οι οποίες δεν περιλαμβάνουν στην ενασχόλησή τους μόνο το B2B κομμάτι και το enterprise software, αλλά διαθέτουν και consumer-facing χαρακτηριστικά, δηλαδή προϊόντα και υπηρεσίες που απευθύνονται στον τελικό καταναλωτή.

Αφού όπως μας λέει το 2021 ήταν μια χρονιά ρεκόρ για τις ελληνικές startup με συνολικές επενδύσεις πάνω από μισό δισ. ευρώ. «Δηλαδή τρεις φορές περισσότερες σε σχέση με το 2020 – και σίγουρα τα καλύτερα έρχονται» όπως σχολιάζει χαρακτηριστικά. Σε αυτή τη χρονιά φτάνουμε στο κλείσιμο της περιόδου της επενδυτικής πλατφόρμας EquiFund, που έτρεξε από το 2017 έως το 2021 και τα στατιστικά αναφέρουν ότι, αυτή την τετραετία, οι κλάδοι που χρηματοδοτήθηκαν περισσότερο ήταν οι SaaS, HealthTech, Biotechnology. «Αλλά και ο χώρος του FinTech βρίσκεται κοντά στις κορυφαίες κατηγορίες. Πρόκειται για κλάδους που παρουσιάζουν ιδιαίτερη ανάπτυξη και θα απασχολήσουν ιδιαίτερα το ελληνικό οικοσύστημα και τα επόμενα χρόνια».

Όπως μας εξηγεί σχετικά, ειδικά το ελληνικό fintech startup κομμάτι, παρουσιάζει, τα τελευταία δύο χρόνια, εξαιρετικά ενδιαφέροντες ρυθμούς ανάπτυξης. Αποδίδει την δυναμική του κυρίως στις τελευταίες ρυθμίσεις και αλλαγές που έχουν προέλθει από τη νέα πραγματικότητα του open banking, αλλά και την αναθεωρημένη οδηγία PSD2 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, γύρω από τα ανοιχτά δεδομένα στον χώρο των τραπεζικών υπηρεσιών. Έτσι όπως λέει «…σιγά σιγά, έχουν αρχίσει και αναδεικνύονται στον χώρο του fintech εταιρείες, οι οποίες δεν περιλαμβάνουν στην ενασχόλησή τους μόνο το B2B κομμάτι και το enterprise software, αλλά διαθέτουν και consumer-facing χαρακτηριστικά, δηλαδή προϊόντα και υπηρεσίες που απευθύνονται στον τελικό καταναλωτή. Πρόκειται για μία τάση που αναμένουμε να δούμε να αναπτύσσεται ακόμη περισσότερο μέσα στα επόμενα χρόνια».

Εποχή για χρηματοδοτήσεις και ευκαιρίες
Δημιουργήθηκε έτσι ένα ενδιαφέρον momentum αυτή την περίοδο, όπως εξηγεί, που περιλαμβάνει την ανακύκλωση ταλέντου από άλλες startup εταιρείες και το πάντρεμά τους με στελέχη από τον χώρο των χρηματοπιστωτικών και τραπεζικών κλάδων και γιαυτό «…βλέπουμε ομάδες που προκύπτουν από αυτές τις δύο συγκεκριμένες δεξαμενές και η εκτίμησή μας είναι ότι αυτό το πάντρεμα εμπειριών έχει μεγάλο ενδιαφέρον για τη δημιουργία νέων προϊόντων και υπηρεσιών».

«Όταν κάπου υπάρχει ευκαιρία, το κεφάλαιο ακολουθεί» μας λέει χαρακτηριστικά. «Έχουμε ήδη δει ότι μέσα στο top 10 των ελληνικών most-funded startups για το 2021 υπάρχουν και fintech εταιρείες».

Ανάμεσα στις πιο σημαντικές επενδύσεις για τη χρονιά που διανύουμε και αφορούν το χώρο του fintech, όπως καταγράφεται και στο report «Startups in Greece 2021-2022», ξεχωρίζει εταιρείες όπως οι Belvo, Finloup, Plum. «Και φυσικά η Viva Wallet. Θεωρούμε ότι η τάση αυτή θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια και ότι, καθώς δημιουργούνται προϊόντα και υπηρεσίες για τις νέες γενιές (millennials & Gen Z), θα δούμε ολοένα και περισσότερα κεφάλαια να διοχετεύονται και στη χώρα μας και σε ευρωπαϊκό επίπεδο – αυτό είναι κάτι αρκετά σημαντικό να τονιστεί».
Όπως ήταν αναμενόμενο η ερώτηση για το αν τελικά η Ελλάδα είναι κατάλληλο περιβάλλον για την ανάπτυξη startups και ιδιαίτερα fintechs έρχεται φυσικά στην κουβέντα.

Τελικά που είναι πιο εύκολο για μια ελληνική fintech να βρει χρηματοδότηση και να εξελιχθεί και γιατί; Με βάση την εμπειρία του θεωρεί ότι όπως συμβαίνει σε όλες τις περιπτώσεις, είναι πολύ πιο εύκολο να βρεθεί θεσμική χρηματοδότηση από κάποιο venture capital fund από τη χώρα προέλευσης. Γιατί όπως εξηγεί, με αυτόν τον τρόπο, μπορούν οι founders μίας startup να επιβεβαιώσουν όλα τα assumptions τα οποία έχουν στο business plan, στο χαρτί και στο μυαλό τους και, με της βοήθεια αυτής της πρώτης χρηματοδότησης, να βρουν το product-market fit τους και στη συνέχεια, να βγουν σε μία δεύτερη χώρα.

Η Ελλάδα όπως μας λέει, αποτελεί κατάλληλο πεδίο ανάπτυξης για μία startup και ο λόγος είναι απλός: «Έχει να κάνει με το ότι υπάρχει ενδιαφέρουσα συγκέντρωση σε επίπεδο δραστηριότητας διαφόρων πλευρών του χρηματοπιστωτικού προϊόντος, όπως κάρτες κ.λπ.

Είναι κατάλληλο πεδίο ανάπτυξης, καθώς αναφερόμαστε σε προϊόντα και υπηρεσίες, οι οποίες έχουν περιφερειακή λογική και δυναμική σε έναν αρκετά μεγάλο βαθμό, καθώς συνήθως το κομμάτι της νοτιοανατολικής Ευρώπης υπολείπεται 2-3 χρόνια σε σχέση με τις εξελίξεις σε άλλες, πιο ανεπτυγμένες αγορές.

Επίσης, το κομμάτι των unbanked και των underbanked στη χώρα μας είναι υψηλό, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι υπάρχει πεδίο δόξης λαμπρό για νέα fintech που μπορούν να δώσουν απαντήσεις και λύσεις σε κομμάτια χρηστών στους οποίους οι παραδοσιακές τράπεζες δεν μπορούν να προσφέρουν προϊόντα ή απλά τα προϊόντα τους δεν τους είναι ελκυστικά».

Ο ρόλος του Found.ation στο ελληνικό startup οικοσύστημα
Σε αυτή την πορεία των ελληνικών startups προς τις χρηματοδοτήσεις και την ανάδειξη τους ο ρόλος του Found.ation μπαίνει στο κέντρο της συζήτησης.

Η αποτύπωσή του ελληνικού οικοσυστήματος με το ετήσιο report «Startups in Greece», σε συνεργασία με το EIT Digital και την Velocity.Partners, με σκοπό την καταγραφή των ευκαιριών χρηματοδότησης και των προφίλ των startups στην Ελλάδα, αποτελεί βασικό εργαλείο τόσο για την επιχειρηματική όσο και την startup κοινότητα.

«Πριν λίγες μέρες, δημοσιεύσαμε το φετινό report «Startups in Greece 2021-2022», που φέτος έχει νέους στρατηγικούς συνεργάτες και υποστηρίζεται από την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα Επενδύσεων (HDBI), ενώ τελεί υπό τη χορηγία των Eurobank | egg – enter•grow•go | Corallia και Oracle for Startups» μας λέει.

Στο report καταγράφονται όλες οι επενδύσεις που έχουν πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο του χρηματοδοτικού προγράμματος EquiFund, αλλά και από επενδυτικά σχήματα της Ελλάδας και του εξωτερικού και αναλύεται το προφίλ των εταιρειών που έχουν ενισχυθεί, με στόχο να προβληθεί το ελληνικό οικοσύστημα περισσότερο στο εξωτερικό και να προσελκυθούν επενδυτές, συνεργάτες, αλλά και ταλέντα. «Το Found.ation – μια εταιρεία που εμείς οι ίδιοι θεωρούμε ότι είναι startup – βρίσκεται από την αρχή της ίδρυσής της κοντά στο οικοσύστημα, τόσο ως χώρος coworking, όσο και ως χώρος όπου πραγματοποιούνταν meetups και συνέδρια. Ακόμη, χάρη στην πολυετή συνεργασία μας με το EIT Digital, υλοποιούμε ένα μοναδικό πρόγραμμα επιτάχυνσης και οικονομικής ενίσχυσης πολύ πρώιμων startups, που τα τελευταία τέσσερα χρόνια έχει επενδύσει €465.000, βοηθώντας να δημιουργηθούν 33 εταιρείες.

Τέλος, λειτουργούμε ως σύνδεσμος ανάμεσα σε ανεπτυγμένες startups και μεγάλους οργανισμούς, ενώ κατέχουμε σημαντική θέση στο οικοσύστημα καινοτομίας όντας μια από τις εταιρείες με τη μεγαλύτερη εμπειρία και δραστηριότητα σε hackathons και σε εκπαίδευση digital skills».

Το λαμπρό μέλλον του ελληνικού fintech
Και μιας και το τέλος της χρονιάς πλησιάζει, ζητήσαμε και μια πρόβλεψη για το μέλλον του ελληνικού fintech. «Σύμφωνα με όσα βλέπουμε, ίσως η πρώτη χρονικά έξοδος εταιρείας με αποτίμηση πάνω από το 1 δισ. ευρώ (η πρώτη unicorn στη χώρα μας, η εταιρεία Viva Wallet) θα προκύψει από τον χώρο του fintech.

Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένα εκθετικό φαινόμενο και θετικά απόνερα για την επόμενη φάση της αγοράς μας. Άνθρωποι που θα απολαύσουν τους καρπούς αυτής της εξόδου, είτε ως στελέχη είτε ως επιχειρηματίες, από αυτή την πρώτη unicorn, θα επανέλθουν στην αγορά κατέχοντας άλλους ρόλους, είτε ως επενδυτές είτε ως επιχειρηματίες, ώστε να δώσουν πνοή σε μία νέα γενιά υπηρεσιών και προϊόντων.

Επομένως, θεωρούμε ότι το επόμενο έτος είναι πολύ ενδιαφέρον για τον χώρο αυτό, καθότι μία μεγάλη έξοδος, όπως αυτή που περιμένουμε, στο επίπεδο που την περιμένουμε για την Viva Wallet, μπορεί να έχει πολύ έντονο, πολλαπλασιαστικό αντίκτυπο αποτύπωσης στην ευρύτερη αγορά μας, όχι μόνο της fintech, αλλά και ευρύτερα της startup κοινότητας, με τον ίδιο τρόπο που, για παράδειγμα, το Skype αποτέλεσε για πολλά χρόνια σημείο αναφοράς και έμπνευση για την εσθονική startup σκηνή».

Το τραπεζικό marketing “κοιτάζει” προς το fintech

Πριν ακόμη το δωρεάν stock trading app, Robinhood «ανοίξει» τις «πόρτες» του στο κοινό, πίσω στο 2015, είχε ένα εκατομμύριο πελάτες, να κάνουν ουρά απέξω. Διαβάσατε σωστά, ένα εκατομμύριο. Τώρα διαγράψτε και την «ουρά» και τις «πόρτες» αφού το διάσημο πια app -ιδιαίτερα για τον ρόλο του στην υπόθεση της διάσωσης της gaming αλυσίδας Gamestop από απλούς χρήστες του Reddit που μετατράπηκαν σε αυτοσχέδιους «angel investors»- ως κλασσικό παράδειγμα fintech επιχειρηματικότητας, ποτέ δεν απέκτησε ούτε ένα υποκατάστημα.

Τα κονδύλια για την οποιαδήποτε brick and mortar υποδομή, πήγαν στο marketing το οποίο κατέβασε την εξής ιδέα λανσαρίσματος: Δημιούργησε μια ψηφιακή «ουρά» στην οποία έκανες εγγραφή για να κατεβάσεις το app κατά προτεραιότητα ανάλογη με την θέση σου στην «σειρά» των εγγεγραμμένων, όταν θα ήταν διαθέσιμο. Κάθε φορά όμως που κάποιος που του συνιστούσες το app ψηφιακά, γραφόταν και αυτός, «προχωρούσες» μερικές θέσεις στην «ουρά». Και επειδή κανείς δεν έχει όρεξη να περιμένει στην εποχή του «πατάω ένα κουμπί και να σου ένα σουβλάκι/ ταξί/ ολοκαίνουργιο drone» στο κατώφλι του, η σειρά απέκτησε ένα εκατομμύριο πελάτες, πριν την πρώτη μέρα λειτουργίας. Και εμείς ένα απλούστατο αλλά χαρακτηριστικό παράδειγμα του δυναμικότατου fintech marketing.

Όχι τυχαία μέχρι το τέλος του 2015, η μελέτη της McKinsey με τίτλο «Cutting Through the FinTech Noise: Markers of Success, Imperatives For Banks», ήδη κατέγραφε την ανάδυση των χιλιάδων fintech από την αφάνεια, ως ανταγωνίστριες του παραδοσιακό banking.

Η PWC -με την έρευνα της «Customers in the spotlight: How FinTech is reshaping banking»- ήθελε τo 73% των υψηλόβαθμων στελεχών του τραπεζικού τομέα να πιστεύει ήδη από το 2016 ότι το disruption από τις fintech θα διαχυθεί σε όλο το consumer banking. Και οι προφητείες επαληθεύτηκαν.

Κατά την Ernst & Young ως το 2019, το 64% των πελατών τραπεζικής παγκοσμίως είχε χρησιμοποιήσει ήδη μία τουλάχιστον fintech υπηρεσία. Προ covid-19. Μετά και σύμφωνα και με την μελέτη «2021 Mobile Finance Apps Report» του app market intelligence provider App Annie και της app marketing και retargeting πλατφόρμας Liftoff, ως το 2020, τα fintech app στον πλανήτη είχαν πιάσει τα 4,6 δισεκατομμύρια downloads, ξεπερνώντας κάθε άλλη κατηγορία app κατά τουλάχιστον 50%.

Όπως ανέδειξε πρώτη η McKinsey , οι καιροί άλλαξαν και η πιο ανθεκτική στις αλλαγές αγορά του πλανήτη, οι τράπεζες, αντιμετώπιζαν στις fintechs , έναν αντίπαλο που όμοιο τους δεν έχουν ξανα-αντιμετωπίσει, «…από τον 11ο αιώνα που το χρηματοπιστωτικό σύστημα βγήκε από το αυγό, με την έκδοση της πρώτης υποθήκης στην μεσαιωνική ακόμα Βρετανία».

Το μεγάλο disruption (και πως να το επιτύχετε)
Τι έχει συμβεί; Ένα νέο κύμα από fintechs- «απόστολοι» της νέας ψηφιακής εποχής στο finance- έπαψαν να είναι κάποια συμπαθητικά παιδιά που κάνουν κάτι ακατανόητο με υπολογιστές και δίκτυα σε κάποιο γκαράζ. Απέκτησαν χρηματοδότηση, που στην πιο πρόσφατη μελέτη της McKinsey, «Personal Financial Services Survey» του 2021, έπιασε το ρεκόρ των 33 δις δολαρίων το διάστημα 2018- 19. Επιβεβαιώνοντας το, η έρευνα της Deloitte «Fintech: On the brink of further disruption» υπολογίζει ότι το συνολικό revenue του fintech sector αναμένεται να αυξηθεί από τα 92 δις δολάρια του 2018, στα 188 δις δολάρια ως το 2024, σε μια πορεία που αναμενόταν να συνεχίσει με ρυθμό 11,7%.

Στελέχη των fintechs απέκτησαν ακόμα προσβάσεις και γνώσεις του χρηματοπιστωτικού συστήματος «εκ των έσω», αφού πολύ συχνά πια είναι πρώην εργαζόμενοι στο παραδοσιακό banking, πριν δηλώσουν παραίτηση γιατί «είχαν μια τρελή ιδέα». Μια ιδέα που τελικά παραδόξως «δούλεψε».

Έτσι οι fintechs, για πρώτη φορά στην παγκόσμια χρηματοπιστωτική ιστορία, «κόβουν» όλο και μεγαλύτερες ζουμερές φέτες από το παραδοσιακό banking και σύμφωνα με την πιο πρόσφατη μελέτη της PWC «Financial Services Technology 2020 and Beyond: Embracing disruption» έφτασαν να έχουν πρόσβαση στο 35% του value chain των παραδοσιακών τραπεζών.

Είναι όμως το χρήμα, οι προσβάσεις και η τεχνολογία το «υπερ-ατού» των fintech απέναντι στις τράπεζες; Όχι. Ο χρηματοπιστωτικός τομέας ποτέ δεν ήταν τόσο πίσω σε τεχνολογία και έχει σίγουρα πολύ περισσότερο χρήμα.

Το μυστικό της επιτυχίας σύμφωνα με τις περισσότερες αναλύσεις είναι το fintech marketing approach με το οποίο καταφέρνουν να «ξελογιάσουν» τους πελάτες τραπεζών και επενδυτικών εταιρειών, μακριά από τους παραδοσιακούς δρόμους που τους συνέδεαν με επενδύσεις, πιστώσεις και τελικά το ίδιο το χρήμα.

Πρακτικά αυτό που οι fintechs φέρνουν στο «οικοσύστημα του χρήματος» είναι η φιλοσοφία του ψηφιακού «easy living». Μια απόλυτα πελατοκεντρική φιλοσοφία, πρακτική και άμεση όσο ένα mobile app και τολμηρή όσο η Robinhood.

Η οποία παρεμπιπτόντως «έκλεψε» το προαναφερθέν marketing trick, από στρατηγικές πωλήσεων διαδεδομένες σε πλατφόρμες online gaming -κάτι στα όρια του guerilla marketing για τα δεδομένα του συντηρητικού χρηματοπιστωτικού τομέα – με μια κίνηση που δύσκολα θα πρότεινε ένας CEO μεγάλης τράπεζας το 2015. Και ίσως γι’ αυτό για κάποιους αναλυτές σηματοδότησε την μεγάλη επικοινωνιακή επίθεση του fintech στο παντοδύναμο παραδοσιακό χρηματοπιστωτικό οικοσύστημα.

Προσοχή: Fintechs at Work
Χάρη σε αυτή την αμεσότητα μια fintech μπορεί να κάνει τολμηρές ερωτήσεις όπως «από τη στιγμή που κανείς δεν απολαμβάνει να διεκπεραιώνει χρηματοπιστωτικές διεργασίες, πως μπορεί να το κάνει με την απλότητα που παραγγέλνει πίτσα στο internet;» Και να δίνει ψηφιακά προϊόντα απαντήσεις.

Έφη Μπήτρου, Head of Digital Business, Εθνική Τράπεζα
Στο στοιχείο που υπερτερούν οι fintechs -και από το οποίο εμείς μπορούμε να μάθουμε περισσότερα- είναι ο τρόπος που έχουν στο να κοιτάζουν από μια πολύ διαφορετική σκοπιά προβλήματα και ανάγκες των πελατών, που συχνά ούτε οι ίδιοι οι πελάτες δεν είχαν αντιληφθεί ότι έχουν και στα οποία δίνουν λύσεις με κομψό και απλό τρόπο.

Το επιβεβαιώνει και η δήλωση της neobank/banking app Revolut, δια στόματος του CEO της Revolut USA Ron Olivera, ο οποίος ξεκαθάρισε πως στην πρόσφατη marketing campaign της Revolut δεν στόχευσαν πελάτες άλλων digital banks και fintechs. «Οι νέοι πελάτες μας έρχονται από παραδοσιακές τράπεζες, όπου οι άνθρωποι έχουν βαρεθεί με τις αμοιβές και την έλλειψη διαφάνειας και όλα όσα πάνε με τις μεγάλες τράπεζες», δήλωσε για την καμπάνια που ανέβασε τους πελάτες της Revolut USA, από τις 150.000 το 2017 σε πάνω από 8 εκατομμύρια το 2020. Ακόμη διαυγέστερα, η Έφη Μπήτρου, Head of Digital Business της Εθνικής Τράπεζας εξήγησε αυτή την δυναμική στον αρχισυντάκτη του Digital Finance, Άγγελο Ανδρέου στα πλαίσια του συνεδρίου «Payments 360 -2021» της BOUSSIAS τον Σεπτέμβριο.

«Neobanks και fintech έχουν ένα προβάδισμα στις τεχνολογίες που χρησιμοποιούν, είναι digital native και cloud based, κάτι που οι τράπεζες το δουλεύουν ακόμα. Έχουν και γρηγορότερα αντανακλαστικά στο να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των πελατών. Στο στοιχείο όμως που για μένα υπερτερούν -και από το οποίο εμείς μπορούμε να μάθουμε περισσότερα- είναι ο τρόπος που έχουν στο να κοιτάζουν από μια πολύ διαφορετική σκοπιά προβλήματα και ανάγκες των πελατών, που συχνά ούτε οι ίδιοι οι πελάτες δεν είχαν αντιληφθεί ότι έχουν και στα οποία δίνουν λύσεις με κομψό και απλό τρόπο. Χωρίς να λαμβάνουν υπόψιν τους, τους εγγενείς περιορισμούς που έχουν όχι μόνο οι τράπεζες, αλλά και ο τρόπος που στήνονται τα παραδοσιακά τραπεζικά προϊόντα».

New Fintech banking marketing crash course
Έτσι το tech μισό του «fintech» φέρνει τη μάρκετινγκ στρατηγική στην τραπεζική πλευρά του πλανήτη finance και μάλιστα στην πιο pop εκδοχή της. Για παράδειγμα η διάσημη σουηδική fintech Klarna που επιτρέπει να κάνεις οποιαδήποτε αγορά μέσω αυτής και να την αποπληρώσεις σε 4 δόσεις, έκανε πρόσωπο της καμπάνιας “Smoooth Payments” τον (μικρομέτοχο της πλέον) Snoop Dogg, ο οποίος για χάρη της μεταμορφώθηκε σε Smoooth Dogg σε διαφημιστικό clip, που όπως αναμενόταν έφερε απίστευτη αναγνώριση και πελάτες.

Επιπλέον οι fintechs xρησιμοποιούν κάθε μικρό ή μεγαλύτερο marketing εργαλείο του ψηφιακού κόσμου, όπου τόσο οι δημιουργοί των fintech όσο και οι χρήστες τους είναι γηγενής πληθυσμός. Από καμπάνιες σε όλο το φάσμα των social media, τολμηρό και engaging content marketing, digital brand identity και όλο το hype που οι τράπεζες αδυνατούν να εκταμιεύσουν.

To mobile up εύκολης μεταφοράς χρημάτων «Current», για παράδειγμα, επιτέθηκε ευθέως στο παραδοσιακό banking με καμπάνια στο νεοϋορκέζικο μετρό και κεντρικό σύνθημα “What Do You Think We Are, A Bank?” (αλλά και “We are not a bank. There we said it!”) που συνέχιζε με κριτικές αναφορές στις παραδοσιακές τράπεζες όπως “Did anyone missed bank branches during quarantine? We rest our case”. “You ‘ll never have to visit Current unless you want to work here”, “Banks: we’re here for you,” και “Also banks: you owe us money for running out of money”, “We wondered: what should banks stop doing and started Current» αντιγράφοντας το στυλ των social media memes.

«Το fintech έχει περάσει πια στην τρίτη φάση ωριμότητας του και δεν κινείται στη φάση του “έχω ένα super app” που έχει πολύ ωραίο UI, PFM και ίσως να μου λέει πως να ξοδεύω τα χρήματα μου» όπως εξήγησε χαρακτηριστικά και η Έφη Μπήτρου. «Βλέπουμε ανερχόμενες fintech με πολύ σημαντικά ποσοστά funding, όπως η “Chime” που είναι ένα mobile neo bank που δίνει την δυνατότητα στους πελάτες να λαμβάνουν ως και δύο ημέρες νωρίτερα τη μισθοδοσία τους και γνώρισαν πολύ μεγάλη ανάπτυξη και στην πρόσφατη πανδημία. Την digital bank “Branch international”, να δίνει δάνεια σε middle class citizens σε emerging markets χωρίς τα κλασσικά πιστοληπτικά κριτήρια και τα συνηθισμένα έγγραφα, αποκλειστικά με στοιχεία που κάνει extract από το κινητό τους. Πόσο πρωτοποριακό είναι αυτό; Να δίνεις δάνεια μικρής αξίας χωρίς εκκαθαριστικό, από τα στοιχεία του κινητού;» είναι μόνο μερικές από τις λέξεις που δεν θα περίμενε κανείς παλιότερα από το στόμα ενός τραπεζικού στελέχους όπως η Έφη Μπήτρου.

«Η Klarna και η Afterpay είναι πολύ ανερχόμενα startup στο κομμάτι του buy now pay later, που έχουν όμως και κατηγορηθεί ότι βάζουν σε καθεστώς χρεωκοπίας την νεότερη γενιά, τους Χ, Ζ και Millennials. Βλέπουμε neobanks που δεν γίνονται απλά tailors, με βάση τα χρηματοοικονομικά ή τις δημογραφικές ανάγκες των πελατών, αλλά και περισσότερο τις κοινωνικές ανάγκες. Η Greenwood είναι ένα community digital bank το οποίο απευθύνεται στις κοινωνικοοικονομικές ανάγκες των αφροαμερικανών και των μεταναστών στην Αμερική -όπου προφανώς οι κοινωνικές ανισότητες ακόμα υφίστανται- και τους βοηθά με διάφορα εργαλεία να χτίσουνε πλούτο και να αποκτήσουν από νωρίς μια καλύτερη εικόνα των οικονομικών τους. Η Daylight είναι μια community digital bank που εστιάζει στις ανάγκες του lgtb community. Όλα αυτά μας δείχνουν τον δρόμο που έχουμε να διανύσουμε και πόσα περιθώρια βελτίωσης έχουμε ακόμα και να αντιμετωπίσουμε τις ανάγκες των πελατών μας όχι μόνο τις αυστηρά χρηματοοικονομικές».

Κρατάμε σκορ;
«Μα μπορούν να υποκαταστήσουν οι fintechs τις τράπεζες και μάλιστα τόσο γρήγορα;» είναι μια πολύ καλή ερώτηση. Όχι. Και δεν θέλουν και δεν μπορούν. Οι fintechs δεν ανταγωνίζονται το παραδοσιακό χρηματοπιστωτικό σύστημα στο σύνολο του. Η παροχή πιστώσεων σε παγκόσμια κλίμακα άλλωστε είναι μια τάφρος γύρω από το τραπεζικό σύστημα που είναι απίθανο πως θα περάσουν έτσι εύκολα οι fintechs, όπως χαρακτηριστικά αναφέρουν μελέτες όπως της PWC και της McKinsey.

Κυρίαρχο στοιχείο της marketing στρατηγικής τους όμως είναι το disruption, το οποίο μοιάζει να καθορίζει και τους στόχους τους. Αντί να ανταγωνίζονται χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς σε όλο τους το μέτωπο, εστιάζουν στα κομμάτια εκείνα όπου μπορούν να φέρουν το μεγαλύτερο disruption, ακολουθώντας τους πιο επιτυχημένους τεχνολογικούς κολοσσούς στο ξεκίνημα τους. Αυτή η marketing στρατηγική τους δεν είναι κάτι καινούργιο. Πηγαίνοντας «πίσω» θα τη βρείτε σε «ιστορικούς» tech disruptors όπως την Apple. Όταν για παράδειγμα η αυτοκρατορία του Steve Jobs αντεπιτέθηκε και αποφάσισε να μπει στην αγορά τηλεφώνων, δεν ξεκίνησε να κατακτήσει ολόκληρο το οικοσύστημα τηλεπικοινωνιών, μετατρεπόμενη σε εταιρεία telecom, με υποδομές, δίκτυα κινητής και υπηρεσίες. Αλλά με μια disruptive κίνηση μπήκε με ένα smartphone από το μέλλον, που ξαναμοίρασε την τράπουλα υπέρ της, στην υπάρχουσα αλυσίδα. Και στην πορεία άλλαξε τις προσδοκίες των πελατών για τις υπηρεσίες που μπορούν να ζητούν σε ολόκληρο το telecom οικοσύστημα, φέρνοντας το στα μέτρα της. Όπως αργότερα η Airbnb, η Booking.com, ή η Uber.
Σε απόλυτη αναλογία οι fintechs δεν «κλέβουν» απλώς πελάτες από την παραδοσιακή τραπεζική. Αλλάζουν τις προσδοκίες και τις απαιτήσεις του κοινού από αυτή.

Σίγουρα μια τράπεζα δεν μπορεί να κινείται κάτω από τα ραντάρ των κανονιστικών πλαισίων όπως πολλές fintechs, με την ευελιξία και την ταχύτητα που τους επιτρέπει το μέγεθος τους, ή να υιοθετήσει την «χαλαρή» κουλτούρα σε ζητήματα ελέγχου και ασφάλειας τους. Αλλά στην «τριβή» ανάμεσα σε χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και fintechs, οι δεύτερες διαχέουν την κουλτούρα τους στο marketing των πρώτων. Επηρεάζοντας στον τρόπο που οι τράπεζες «κατεβάζουν» ιδέες, ακούν το κοινό τους, χρησιμοποιούν τις αναδυόμενες τεχνολογίες, ή ακόμα και διοικούνται για να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητα και το customer loyalty. Δημιουργώντας ένα νέο «γενναίο» χρηματοπιστωτικό οικοσύστημα.

In4capital: Γεφυρώνοντας το χάσμα startups και επενδυτών

Το concept για ένα «meeting point» όπου οι δύο παίκτες του fintech οικοσυστήματος -οι startups και οι επενδυτές- θα βρίσκονται για να καλύψουν ο ένας τις ανάγκες του άλλου, συνδυάζει την αμεσότητα και την απλότητα που έχουν όλες οι καλές ιδέες. Ήταν όμως η δημιουργία της In4Capital μια τόσο «απλή» υπόθεση;

Μιλώντας με τον ιδρυτή και CEO της Λευτέρη Κόντο, μαθαίνουμε ότι το ταξίδι από την «ιδέα» της startup ως την In4Capital δεν ήταν απλό. Όπως μας λέει, η ιδέα πίσω από την Ιn4Capital ξεκίνησε από ανθρώπους του corporate finance και του investment banking, ουσιαστικά το 2016, με σκοπό να ενώσει εταιρείες που αναζητούν κεφάλαια με επενδυτές. Το 2017 ξεκίνησε η πρώτη έκδοση της πλατφόρμας, η οποία ολοκληρώθηκε το 2018. Στη συνέχεια, το 2019, η πλατφόρμα άλλαξε και αναβαθμίστηκε ριζικά, για να αποτελέσει ταυτόχρονα ένα εργαλείο matchmaking, το οποίο παρέχει investors data στους χρήστες που αναζητούν κεφάλαια για τα projects τους, εργαλείο εύρεσης ευκαιριών προς επένδυση (dealflow) για όλους τους τύπους επενδυτών και οργάνωσης dealflow για παρόχους υπηρεσιών. «Αλλά και ένα σύγχρονο κοινωνικό δίκτυο όπου αποτελείται αποκλειστικά από επιχειρηματίες, επενδυτές και παρόχους υπηρεσιών, οι οποίοι μπορούν να συνεργαστούν, να αλληλεπιδράσουν και να οριστικοποιήσουν συνέργειες, κόβοντας τον “θόρυβο” της μαζικής και μη εξακριβωμένης πληροφορίας».

Σε αυτή την πορεία συγκροτήθηκε μια ομάδα από έμπειρα στελέχη του corporate finance, οι οποίοι έχουν καθημερινή επαφή με τον χώρο των επιχειρήσεων και το dealmaking, αλλά και από νεότερα στελέχη, με πλούσια γνώση γύρω από τις τεχνολογίες. «Έτσι το ΑΙ μας βοήθησε να δημιουργήσουμε ένα μείγμα εμπειρίας και ταλέντου, για να καλύψουμε ανάγκες μέσω της καινοτομίας και να τις προσφέρουμε, με προσιτό κόστος, σε όλους τους εμπλεκόμενους» μας εξηγεί ο Λευτέρης Κόντος, για την μετατροπή της διαδικασίας αναζήτησης κεφαλαίων από startup -μέσω τις παροχής εργαλείων «ταιριάσματος» και επικοινωνίας με επενδυτές συμβατούς με τα κριτήρια της πρότασης τους- σε μια πετυχημένη …startup.

Σημαντική πρόκληση σε αυτό το ταξίδι –«η οποία όμως ήταν εξ αρχής γνωστή» όπως σημειώνει- ήταν και είναι η διατήρηση της συνοχής και της λειτουργικότητας της ομάδας, μιας και δουλεύουν όλοι από διαφορετικές πόλεις και χώρες και όχι από ένα κοινό εργασιακό χώρο. Εξίσου μεγάλη πρόκληση ήταν στην αρχή και η έλλειψη ώριμου startup οικοσυστήματος στην χώρα, αλλά και της μικρότερης γνώσης -συγκριτικά με σήμερα- των επιχειρήσεων για την λειτουργία των funds και γενικότερα των χρηματοδοτικών επιλογών εκτός τραπεζικού συστήματος.

Λευτέρης Κοντός Founder & CEO, In4Capital
Προσπαθούμε μέσω καινοτόμων λειτουργιών να βάλουμε την πλατφόρμα της In4Capital και τους χρήστες που την αξιοποιούν σε θέση που θα εκμεταλλευτούν αυτή την γνώση και τις αλλαγές προς όφελος τους.

Χαρτογραφώντας τον πλανήτη Startup
Τελικά όμως η In4Capital τα κατάφερε και έτσι σήμερα καλύπτει τις ανάγκες τόσο των startups όσο και πιο ώριμων εταιριών στην αναζήτηση συνεργειών, μέσω των εργαλείων δικτύωσης με άλλους επιχειρηματίες ή εταιρίες.

Ταυτόχρονα βοηθάει τους επενδυτές να ανακαλύψουν ευκαιρίες, αλλά και να παρακολουθούν την ανάπτυξη και τις εξελίξεις γύρω από αυτές μετά την χρηματοδότηση τους. «Αυτά κάνουν την In4Capital ένα εργαλείο που αυξάνει τις πιθανότητες εύρεσης κεφαλαίων, αλλά και investor relations για startups και ώριμες εταιρείες και επιπλέον δίνει τη δυνατότητα στους επενδυτές, όχι μόνο να έρχονται σε επαφή με ευκαιρίες, αλλά και να λαμβάνουν πολύτιμα insights, όπως τάσεις, στατιστικά και δικτύωση που είναι απαραίτητα στοιχεία στην δημιουργία της βέλτιστης επενδυτικής απόφασης» σημειώνει ο Λευτέρης Κόντος.

Αυτό η In4Capital το πετυχαίνει έχοντας αναπτύξει μια πλατφόρμα που περιέχει μια βάση 12.000 επενδυτικών προφίλ, καθώς και έναν μεγάλο αριθμό από startups, service providers και επενδυτές από Ελλάδα και τον υπόλοιπο κόσμο. Την οποία, όπως όμως συμπληρώνει, συνεχίζουν να αναπτύσσουν με λειτουργίες που θα δώσουν ακόμα περισσότερη αξία στους χρήστες και την δυναμική κοινότητα τους, μέσα από την διάδραση και την επικοινωνία μεταξύ τους. Σε αυτή την πλατφόρμα ακόμα υπάρχουν και πάνω από 900 incubators με προφίλ και πληροφορίες τους από την Ελλάδα και το εξωτερικό, αφού η In4Capital αναγνωρίζει την σημασία τους, παρότι δεν έλαβε μέρος σε κάποιο πρόγραμμα incubator. «Έχοντας όμως γνώση της δουλειάς που γίνεται σε αυτούς τους οργανισμούς, μέσω των χρηστών της πλατφόρμας μας που είναι μέλη σε incubators, αλλά και από την συμμετοχή της startup E-MAILIiT, η οποία ανήκει στις portfolio companies μας στο EGG Incubator μπορούμε να πούμε ότι ο ρόλος τους στο οικοσύστημα είναι σημαντικότατος» μας εξηγεί ο Λευτέρης Κόντος.

Η «δικτύωση» ως enabler
Το επιπλέον ανταγωνιστικό πλεονέκτημα που κατά τον ιδρυτή της προσφέρει η In4Capital είναι ότι λειτουργεί παράλληλα και σαν ένα κοινωνικό δίκτυο που επιτρέπει την επικοινωνία και την αλληλεπίδραση μεταξύ των χρηστών του. «Είναι μια πύλη του παγκόσμιου οικοσυστήματος που ενώνει και επιτρέπει την συνέργεια μεταξύ εταιριών, επιχειρηματιών και επενδυτών, κάτι που έχει τεράστια αξία.

Ωστόσο, τα τελευταία δυο χρόνια ερευνούμε την δημιουργία μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης, τα οποία βασίζονται στο επενδυτικό ιστορικό των επενδυτών και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των εταιριών. Με αυτό τον τρόπο, φτιάχνουμε ένα σύστημα εύρεσης των ιδανικών εταιριών προς χρηματοδότηση από τους επενδυτές. Στόχος μας είναι η δημιουργία ενός αυτόνομου συστήματος που θα τελεί την εργασία των ίδιων των επενδυτών, αντί για αυτούς, ελαχιστοποιώντας το ρίσκο τους και μεγιστοποιώντας τις δυνατότητες των επενδύσεων τους».

Και αυτό το μοντέλο επένδυσης είναι ιδιαίτερα σημαντικό αφού όπως μας λέει στην Ελλάδα οι χρηματοοικονομικές υπηρεσίες έχουν πολύ δρόμο ακόμα για να ακολουθήσουν τις σύγχρονες χώρες. Κάτι που αποδίδει στην έλλειψη χρηματοοικονομικής παιδείας, που καθιστά την χώρα πολύ δύσκολο κοινό για την προσφορά τέτοιων υπηρεσιών.

Ωστόσο, όπως σημειώνει, τουλάχιστον ο τομέας που εμπεριέχει εταιρίες καινοτομίας, με στόχο την γρήγορη ανάπτυξη τους, έχει αρχίσει να ωριμάζει με μεγάλο ρυθμό. «Η In4Capital βρίσκεται εδώ για να βοηθήσει ακόμα περισσότερο την ελληνική αγορά και να εδραιώσει στην χώρα μία ανταγωνιστική επιφάνεια εύρεσης επενδυτικών ευκαιριών. Και να “εισάγει” με αυτόν τον τρόπο κεφάλαια τα οποία θα συμβάλουν στην περαιτέρω ανάπτυξη και αλλαγή σελίδας σε όλους τους τομείς».

Στην Ιn4Capital ο ολοένα αυξανόμενος ρυθμός ανάπτυξης του fintech οικοσυστήματος με την αξιοποίηση της καινοτομίας που παράγεται, σε συνδυασμό με τις παγκόσμιες εξελίξεις γύρω από αυτά, είναι σημάδι ότι τα επόμενα χρόνια θα συμβούν κοσμογονικές αλλαγές.

«Γιαυτό προσπαθούμε μέσω καινοτόμων λειτουργιών να βάλουμε την πλατφόρμα της In4Capital και τους χρήστες που την αξιοποιούν σε θέση που θα εκμεταλλευτούν αυτή την γνώση και τις αλλαγές προς όφελος τους» όπως μας λέει.

Υπογραμμίζοντας ότι σε αυτό το δύσκολο επενδυτικό τοπίο, η συνεργασία με Ευρωπαϊκούς φορείς μπορεί να φέρει την άμεση ενημέρωση και εκπαίδευση του ελληνικού κοινού, καθώς και το άνοιγμα στην παγκόσμια αγορά για τις fintech εταιρίες.

Islamic Finance: Μηδενικά επιτόκια – υψηλή δυναμική

Η δυναμική της Ισλαμικής τραπεζικής δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο. Αντιστρόφως ανάλογη του μεγέθους της, εντυπωσίασε ήδη, όταν, μεσούσης της οικονομικής κρίσης του 2009, αυτή αναπτυσσόταν και αύξανε το σύνολο των assets της από τα μόλις 5 δισεκατομμύρια δολάρια στο τέλος της δεκαετίας του 1980, σε ένα τρις λίγο πριν το 2011. Σε μια πορεία μάλιστα ανεπηρέαστη από την κατακλυσμιαία καταστροφή, με σταθερότητα παγοθραυστικού, που προκαλούσε ερωτήματα.

Μια δεκαετία αργότερα αυτά τα ερωτήματα είναι σήμερα πιο επίκαιρα από ποτέ. Η πρόσφατη μελέτη του Islamic Corporation for the Development of the Private Sector (ICD), -παράρτημα της Islamic Development Bank (IsDB) – σε συνεργασία με την διεθνή εταιρεία οικονομικών μελετών Refinitiv, με τίτλο « Islamic Finance Development Report: Progressing through Adversity» δείχνει την δυναμική της Ισλαμικής τραπεζικής να ενισχύεται. Αυτή τη στιγμή το Islamic Finance περιλαμβάνει πάνω από 520 τράπεζες και 1700 mutual funds, σε 135 χώρες (από 70 το 2012). Τα assets στον έλεγχο της ανέβηκαν από το 1.7 τρις δολάρια το 2012 στα 2.8 τρις δολάρια το 2019 και εκτιμάται να φτάσουν στα 3.7 τρις δολάρια ως το 2024.

Ακόμη και εν μέσω πανδημίας το 2019, ο ρυθμός ανάπτυξης της πέρασε στο 10%, ενώ σύμφωνα με εκτιμήσεις των Global Ratings της Standard & Poor’s, για το διάστημα 2021-22 θα ανέβει τουλάχιστον στο 12%. Όλα αυτά, παρά το γεγονός πως η πανδημία συνδυάστηκε με πτώση της τιμής του πετρελαίου το 2019, το οποίο πολλοί θεωρούν το μυστικό όπλο πίσω από την επιτυχία του Islamic banking.

Τι είναι όμως το Islamic Banking;
Γνωστό και ως Islamic Finance, “Shari’ah-Compliant Finance” ή η επί του ελληνικότερου Ισλαμική τραπεζική, είναι το σύνολο των χρηματοπιστωτικών δραστηριοτήτων που διεκπεραιώνονται με βάση τον Ισλαμικό νόμο ή «Σαρία». Αυτή απαγορεύει την αισχροκέρδεια, την τοκογλυφία, τον τζόγο, την συμμετοχή ή χρηματοδότηση με οποιοδήποτε έμμεσο ή άμεσο τρόπο σε οποιασδήποτε δραστηριότητα παραβιάζει τον ιερό νόμο, (από τα τυχερά παίγνια και τις ανήθικες δραστηριότητες, το αλκοόλ, μέχρι την επένδυση σε μονάδες παραγωγής χοιρινού). Αλλά -το εντυπωσιακότερο- γενικώς, τον τόκο.

Η φιλοσοφία της είναι τόσο αντίθετη με αυτή της γνωστής μας συμβατικής τραπεζικής, ώστε απευθυνθήκαμε στον Δρ. Ευάγγελο Βενέτη ειδικό μελετητή του Ισλάμ και της Μέσης Ανατολής και συγγραφέα μεταξύ άλλων του “Embracing Islamic Finance in Greece. A Preliminary Analysis” του ΕΛΙΑΜΕΠ.

«Η Ισλαμική τραπεζική διαφέρει από την έντοκη -συμβατική σε δύο επίπεδα. Στο πρακτικό κυρίως διαφωνεί στο ζήτημα του τόκου, τον οποίο θεωρεί καταχρηστικό και ανήθικο. Για το Ισλάμ ο τόκος είναι κάτι απάνθρωπο, ένα μέσο εξανδραποδισμού και υποδούλωσης του δανειολήπτη. Παρότι συμφωνεί με την έννοια του κέρδους και το αμοιβαίο όφελος.

Σε δεύτερο επίπεδο η Ισλαμική Τραπεζική απορρέει από μια μεταφυσική προβιομηχανική αντίληψη του Ισλαμικού κόσμου, σε ότι αφορά τη διαχείριση των χρηματοπιστωτικών υποθέσεων των μουσουλμάνων» μας εξηγεί.

Τραπεζική χωρίς επιτόκιο: Ο τρόπος του Ισλάμ
Σε αυτή τη φιλοσοφία ο νόμος απαγορεύει τον τόκο «riba», τον τζόγο και «σπεκουλάρισμα» «maysir», την συναλλαγή με οτιδήποτε φέρει επισφάλεια «gharar» ή να γίνονται δοσοληψίες χωρίς «πραγματικό» αντικείμενο, όπως τα options. Ενθαρρύνει όμως την επένδυση και τον δανεισμό, σε μια βάση διαμοιρασμού του κέρδους και της ζημιάς μιας επιχείρησης, «Μudarabah», μέσω συμβολαίων συμφωνιών.

Έτσι με το «Μurabaha» η τράπεζα, αγοράζει το προϊόν που ο πελάτης της χρειάζεται, αλλά δεν διαθέτει το κεφάλαιο για να αποκτήσει και του το μεταπωλεί, με ένα πρόσθετο τίμημα ως κέρδος της, ενώ η αποπληρωμή του τελικού ποσού γίνεται σε δόσεις.

Στα πλαίσια του Ισλαμικού joint venture, του «Musharakah», πελάτης και τράπεζα βάζουν από κοινού κεφάλαιο και management, γνώση και εργασία και να μοιράζονται κέρδη και ζημιές από την επιχείρηση σε προσυμφωνημένα ποσοστά.

Υπάρχει ακόμα το leasing ως «ijara» με την ενοικίαση του δικαιώματος χρήσης ενός αντικειμένου. Η προαγορά σε προσυμφωνημένη τιμή ενός αγαθού που ακόμα δεν έχει παραχθεί ως «salam» και «istisna». Τα εξαιρετικά δημοφιλή διεθνώς Ισλαμικά ομόλογα «shukuk», η ασφάλιση πραγμάτων «takaful», η φύλαξη τους ως «wadi’ah» και πολλά ακόμη προϊόντα ή συνδυασμοί τους, για τα οποία απαιτείται έγκριση από ειδικούς στον ιερό νόμο πριν εκδοθούν αν πλησιάζουν τα όρια του.

Δρ. Ευάγγελος Βενέτης
Η προοπτική της Ισλαμικής τραπεζικής στην Ελλάδα θα μπορούσε να είναι εξαιρετική όσον αφορά τις οικονομικές διαδικασίες αφού δίνει την ευκαιρία για μια επιπλέον πηγή χρηματοδότησης της οικονομίας της χώρας

Όπως μας εξηγεί ο Δρ. Βενέτης, η Ισλαμική τραπεζική προσφέρει έτσι μια πιο «ανθρώπινη» διάσταση των χρηματοπιστωτικών υποθέσεων, κυρίως των δανείων που είναι η ραχοκοκαλιά των σχέσεων του τραπεζικού συστήματος με τον απλό πολίτη. «Οι μουσουλμάνοι τραπεζίτες βάζουν ευθύς εξαρχής ένα συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα απόσβεσης του δανείου, με συγκεκριμένα ποσοστά κέρδους και δίνουν και τη δυνατότητα στον δανειζόμενο να βγει από ένα αδιέξοδο δάνειο, με όρους που θα είναι αποδεκτοί και από τους δύο και δεν θα βλάπτουν τον δανειζόμενο σε τέτοιο βαθμό που έχουμε δει στο συμβατικό τραπεζικό σύστημα. Δεν μπορεί ένα δάνειο να λιμνάζει επί έτη ανεβάζοντας παράλληλα και τα τοκοχρεολύσια και το συνολικό χρέος.
Πέρα από την ηθική διάσταση, είναι παράλληλα ένας υγιής τρόπος διατήρησης της οικονομικής βάσης της κοινωνίας, ώστε δάνεια που γίνονται αδιέξοδα ή «κόκκκινα» όπως λέμε στην συμβατική τραπεζική να αποχρωματίζονται. Αυτό δίνει την δυνατότητα της επανεκκίνησης στη ζώσα και κινητήριο δύναμη της οικονομίας και της κοινωνίας, ώστε να μην μπαίνει σε φαύλους κύκλους χρεών, έλλειψης ρευστότητας κλπ».

Δυτικό banking Ισλαμικών προδιαγραφών;
Αυτό το σετ «αυστηρών προδιαγραφών λειτουργίας», πέρα από ότι μειώνει τα ρίσκα και χαρίζει επιπλέον σταθερότητα, προσδίδει και μια νέα ηθική διάσταση, δημιουργώντας και μια niche αγορά που φλερτάρει και το υπόλοιπο τραπεζικό οικοσύστημα.

Έτσι τον περασμένο Ιούλιο η Visa ανακοίνωσε την κυκλοφορία νέων καρτών και προιόντων της στο Μπαγκλαντές -μετά τη Μαλαισία, τη Μέση Ανατολή και την Ινδονησία- που λειτουργούν σε συμμόρφωση με τις αρχές του Islamic banking. Τον Αύγουστο ακολούθησε η National Australia Bank, εκδίδοντας πρώτη στην Αυστραλία sharia compliant δάνεια ύψους 5 εκατομμυρίων δολαρίων, ακολουθούμενη από αρκετές τράπεζες σε διαδικασία έκδοσης ειδικής άδειας λειτουργίας σε καθεστώς ισλαμικής τραπεζικής στο πρότυπο της Islamic Banking Australia (IBA), της πρώτης sharia-compliant digital bank της χώρας.

Τον Ιούλιο επίσης λανσαρίστηκε η πρώτη αποκλειστικά ψηφιακή διεθνής ισλαμική τραπεζική του Ηνωμένου βασιλείου, η Nomo. Μέρος του Boubyan Bank Group και της BLME (Bank of London and The Middle East) φιλοδοξεί μέσω ενός iphone app της να δώσει την δυνατότητα να επενδύσει κανείς τα κεφάλαια του από τη Μέση Ανατολή και το Κουβέιτ στο βρετανικό τραπεζικό περιβάλλον, ψηφιακά και σε αρμονία με τον Ισλαμικό νόμο.

Ομολογουμένως τα απόλυτα μεγέθη της Ισλαμικής τραπεζικής είναι ελάχιστα σε σχέση με της κυρίαρχης τραπεζικής βιομηχανίας, αφού όπως μας εξηγεί και ο Δρ. Βενέτης, βασική προϋπόθεση της ισλαμικής τραπεζικής, όπως και της ισλαμικής θρησκείας είναι η διασύνδεση της με την πολιτική. Σε αντίθεση με το συμβατικό τραπεζικό σύστημα -το σύστημα «Ιουδαϊκής τραπεζικής» αν μιλάμε με όρους θρησκειών και τραπεζικής όπως λέει- που σε επίπεδο αρχών είναι διαχωρισμένο διεθνώς από την πολιτική ζωή των κοινωνιών στις οποίες δρα.

Ο Ισλαμικός κόσμος πάλι δεν αποτελεί ενιαία οντότητα, οπότε οι οποιεσδήποτε προσπάθειες τραπεζικής είναι αποσπασματικές και ακόμα γεωγραφικά περιορισμένες κυρίως σε Ισλαμικά κράτη. Καθώς τα περισσότερα από αυτά έχουν μικρούς πληθυσμούς, δεν έχουν το γεωπολιτικό περιθώριο ασφάλειας, ώστε σε περίπτωση μακρο-ανταγωνισμών σε διεθνές επίπεδο να μπορούν να διασφαλίσουν την λειτουργία τους, τον κύκλο εργασιών και τις επενδύσεις τους.

Αυτό είναι αποτυπωμένο και στην ιστορία της Ισλαμικής τραπεζικής. Η πρώτη ισλαμική τράπεζα ήταν η μικρή αποταμιευτική Mit-Ghamr Savings Bank του δόκτορα Ahmed Alnajar και άνοιξε τις πόρτες τις στο κοινό το 1963 στην πόλη Μιτ Γκαμρ της Αιγύπτου. Δεν παρείχε επιτόκιο στους καταθέτες της, αλλά τους έδινε τη δυνατότητα να λαμβάνουν μικρής έκτασης βραχυπρόθεσμα δάνεια για παραγωγικούς σκοπούς χωρίς, επιτόκιο. Επέλεγε ανάμεσα τους πολύ προσεκτικά σε ποιους έδινε δάνεια εγκρίνοντας μόνο το 40% των αιτήσεων, αλλά σε αυτά κατάφερε να έχει μηδενικό ποσοστό default δανείων! Παρόλα αυτά έκλεισε το 1967 για πολιτικούς λόγους.

Ακολούθησε η ίδρυση της επίσης αιγυπτιακής Nasser Social Bank από την Αιγυπτιακή Κυβέρνηση το 1971, ως πρώτη κρατική μουσουλμανική τράπεζα χωρίς επιτόκια. Το 1975 ακολούθησε η Dubai Islamic Bank και το Πακιστάν, η Ιορδανία και το Σουδάν με δικές τους ισλαμικές τράπεζες. Το Ιράν, το 1983, μετά την επανάσταση και την εθνικοποίηση της οικονομίας, δια νόμου επέβαλε όλες οι τράπεζες να λειτουργούν χωρίς τόκους. Ποιος να μάντευε ότι δεκαπέντε χρόνια μετά, το 1999 θα προέκυπτε ο Dow Jones Islamic Market Index, από την ζήτηση των επενδυτών για «shari’ah compliant» μετοχικά σχήματα;

Σήμερα κατά τον Δρ. Βενέτη η διαρκής άνοδος του φαινομένου έχει να κάνει με την διασύνδεση και συνεργασία κάποιων ισλαμικών κρατών με το διεθνές τραπεζικό σύστημα, όπου αξιολογούνται θετικά. «Αρκετοί βλέπουν την Ισλαμική τραπεζική σαν μέσο εξυγίανσης των λιμναζόντων χρεών του χρηματοπιστωτικού συστήματος διεθνώς. Αλλά και των αδυναμιών του σε επίπεδο ηθικής, όπου το τραπεζικό κεφάλαιο δρα αμιγώς κερδοσκοπικά, με υψηλά επίπεδα διαφθοράς και χωρίς καμία αναφορά στον άνθρωπο. Σε παγκοσμιοποιημένο επίπεδο αυτή η μουσουλμανική αντίληψη αποκτά δυνατότητες διεύρυνσης και σε μη μουσουλμανικές κοινωνίες» συμπληρώνει ο Δρ. Βενέτης.

Διεύρυνση ή περιχαράκωση;
Τι θα κρίνει την τελική του πορεία; Όπως εξηγεί ο Δρ. Βενέτης, υπάρχουν επιμέρους Ισλαμικές χώρες που διεκδικούν η κάθε μία ξεχωριστά ένα μερίδιο από τον διεθνή κύκλο τραπεζικών εργασιών. Όλα αυτά επηρεάζονται όμως από το βαρόμετρο της διεθνούς πολιτικής και στην προκειμένη περίπτωση την κατάσταση στη Μέση Ανατολή, το Παλαιστινιακό και ευρύτερα το Μεσανατολικό.

Για παράδειγμα οι τράπεζες από Ισλαμικές χώρες που έχουν καλές σχέσεις με το δυτικό κόσμο, τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, έχουν μεγαλύτερες ευκαιρίες επενδύσεων στο συμβατικό χρηματοπιστωτικό σύστημα, από αυτές των χωρών που είναι γεωπολιτικά αντίθετες προς την Δύση. Αυτή είναι ειδοποιός διαφορά για την ερμηνεία και την πρόβλεψη της εξέλιξης της ισλαμικής τραπεζικής διεθνώς. Είναι άμεσα συνδεδεμένη με τις γεωπολιτικές εξελίξεις και αυτές θα καθορίσουν την συμπεριφορά της, αλλά και αυτή του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος απέναντι της.

«Αν οι αντιαμερικανικές δυνάμεις του Ισλαμικού κόσμου αυξήσουν την επιρροή τους, λογικά η Ισλαμική τραπεζική θα συρρικνωθεί σε διεθνές επίπεδο, αλλά θα ενισχύσει τις εσωτερικές της δυνάμεις και θα αποκτήσει μια ευρύτερη αμιγώς Ισλαμική αγορά που αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει» προβλέπει ο Δρ. Βενέτης.

Εξ ου και στην Ελλάδα οι όποιες προσπάθειες σε πολύ πρώιμο στάδιο, δεν απέφεραν καρπούς, μιας και το Ελληνικό τραπεζικό σύστημα, είναι μέρος του δυτικού τραπεζικού συστήματος. «Παρόλο που η προοπτική της Ισλαμικής τραπεζικής στην Ελλάδα θα μπορούσε να είναι εξαιρετική όσον αφορά τις οικονομικές διαδικασίες αφού δίνει την ευκαιρία για μια επιπλέον πηγή χρηματοδότησης της οικονομίας της χώρας, σε επιμέρους «πειραματικά» προγράμματα και μπορεί, εφόσον αυτή προέρχεται από χώρες με καλές σχέσεις με την Δύση, να αναδείξουν τις αρετές του Ισλαμικού χρηματοπιστωτικού συστήματος προς την κατεύθυνση και της μεγαλύτερης ρευστότητας και ενός άλλου κώδικα ηθικής της τραπεζικής, που δεν υπάρχει στην Ελλάδα αλλά και στην Δύση γενικότερα» όπως διαβλέπει ο δρ. Βενέτης.

Islamic Fintech
Η τεχνολογία είναι ο κυριότερος facilitator στην εξέλιξη του Islamic finance, γιατί λύνει προβλήματα του συχνά φτωχού σε αναλογικές παραδοσιακές τραπεζικές δομές τοπίου όπου αυτό κινείται. Είναι ευκολότερο για παράδειγμα να στήσεις ένα δίκτυο mobile banking, από ένα δίκτυο με υποκαταστήματα τράπεζας στη Βόρεια Αφρική. Επιπλέον, το κοινό της Ισλαμικής τραπεζικής είναι νεότερο και πιο εξοικειωμένο με τις διαδικασίες της ψηφιακής τραπεζικής, από ότι της γερασμένης Δύσης.

Σύμφωνα με την μελέτη με τίτλο “Faith and finance: The changing face of Islamic banking” που διεξήγαγε σε νεαρούς Μουσουλμάνους σε όλο τον κόσμο η SaaS, cloud-banking πλατφόρμα “Mambu”, η διαθεσιμότητα online banking ήταν απόλυτος dealbreaker παράγοντας για το 76% του κοινού. Το 70% απαίτησε να επενδύει χωρίς ανθρώπινη διαμεσολάβηση, 74% απαραίτητα ένα mobile banking app και 80% τραπεζικές υπηρεσίες οποτεδήποτε και από οπουδήποτε στον πλανήτη.

«Η βιομηχανία του Islamic Banking είναι μόνο 40 ετών και έχει ήδη αποδειχθεί τρομερά επιτυχής, αλλά και λαμπρό παράδειγμα «ηθικής» τραπεζικής. Οι νεότερες γενιές θα της αποφέρουν πάνω από τα τρία τέταρτα του συνολικού της revenue ως το 2023, οπότε αναγκαστικά ακούει τις απαιτήσεις των digital natives της, τόσο στη Μέση Ανατολή όσο και εκτός από αυτή, για να διατηρήσει την δυναμική της» έχει δηλώσει ο Miljan Stamenkovic γενικός διευθυντής Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής της Mambu. «Είναι μια tech savvy γενιά που κινείται παγκοσμίως πολύ περισσότερο από τους προγόνους της και θέλει τραπεζικές υπηρεσίες ανάλογες τόσο του lifestyle τους όσο και των αξιών τους, χωρίς να συμβιβάζεται σε ευελιξία ή ευχρηστία».

«Η Ισλαμική τραπεζική ενημερώνεται και εκσυγχρονίζεται, επειδή ακριβώς έχει μικρό κύκλο εργασιών, οπότε έχει και μεγαλύτερο χρονικό περιθώριο ελιγμών, προσαρμογής και επιτάχυνσης. Οι μουσουλμάνοι τραπεζίτες ακολουθούν πάντοτε τις εξελίξεις και τις ακολουθούν ταχύτατα, σε μερικές χώρες μάλιστα ταχύτερα από τη Δύση» μας εξηγεί και ο Ευάγγελος Βενέτης.

Οι τάσεις αποτυπώνονται και στην δυναμική του Islamic Fintech, με 27 Islamic fintechs στο Λονδίνο, 19 στη Μαλαισία 19 και 15 στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη της συμβουλευτικής σε θέματα τεχνολογίας Technavio, «Global Islamic Banking Software Market 2021-2025» το ευρύτερο οικοσύστημα του Islamic Banking Software αναμένεται να αναπτυχθεί κατά 3,88 δισεκατομμύρια δολάρια κατά την περίοδο 2021-2025, με επιβράδυνση σε CAGR 19,33% κατά την περίοδο πρόβλεψης. Και με κυριότερους παίκτες τους ICS Financial Systems Ltd., Infosys Ltd., International Turnkey Systems Group, Nucleus Software Exports Ltd., Oracle Corp. Path Solutions K.S.C.C., SAB Sopra Steria Group, Tata Consultancy Services Ltd. Και Temenos AG.

Μαρίνα Πολυμενάκου Temenos
Οι ισλαμικές τράπεζες βρίσκονται σε προνομιακή θέση, καθώς είναι πιο γρήγορες και πιο ευέλικτες από τις αντίστοιχές συμβατικές, με μεγάλη επιθυμία για ψηφιακά προϊόντα από τους πελάτες τους

«Οι ισλαμικές τράπεζες βρίσκονται σε προνομιακή θέση, καθώς είναι πιο γρήγορες και πιο ευέλικτες από τις αντίστοιχές συμβατικές, με μεγάλη επιθυμία για ψηφιακά προϊόντα από τους πελάτες τους» μας επιβεβαιώνει και η Μαρίνα Πολυμενάκου Regional BSG Manager, της Temenos Greece. Η Temenos AG, που το 2019 βραβεύτηκε για δεύτερη συνεχή χρονιά ως “Best Islamic Banking & Finance Technology Provider” στα World Finance Magazine Awards, επένδυσε σημαντικά στο πάντρεμα της ισλαμικής τραπεζικής με ψηφιακές λύσεις State of the Art που αναπτύσσει ήδη από το 1993. «Τα δαπανηρά και παρωχημένα legacy software systems, σε συνδυασμό με την έλλειψη προηγμένου τραπεζικού λογισμικού συμβατού με το νόμο της Shari’ah, δυσκόλευαν στο παρελθόν τις ισλαμικές τράπεζες να καινοτομήσουν. Σήμερα, ωστόσο, κανόνες όπως το «fiqh al-muamalat» (οι οικονομικοί κανόνες της Σαρία) ή οι θεμελιώδεις αρχές του Κορανίου δεν εμποδίζουν πλέον το μέλλον της ισλαμικής ψηφιακής τραπεζικής!» μας εξηγεί η Μαρίνα Πολυμενάκου.

«Η Temenos, που παρέχει το πιο αναπτυγμένο ισλαμικό τραπεζικό λογισμικό παγκοσμίως, σύμφωνα με την IBSI Annual Sales League Report 2021, θεωρεί ως μια από τις βασικές τάσεις τη χρήση APIs για την ενοποίηση με περιφερειακά συστήματα. Αυτό έχει ήδη υιοθετηθεί από Τράπεζες όπως η Al Rajhi Bank, η Qatar Islamic Bank και η Bank Al Bilad. Επιπλέον, o τομέας του Islamic Banking ενισχύεται και από την λειτουργία των νεοψηφιακών τραπεζών (digital banks), όπως φαίνεται από τη Vista Bank στην Αφρική, τη Hilal Bank στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ή τη Kuwait International Bank. Τέλος, σημαντική ανάπτυξη προέρχεται και από την επεκτασιμότητα και την ευελιξία του Islamic Banking ως Υπηρεσία (SaaS), το οποίο η Alain Finance και η Reem Finance έχουν ήδη εφαρμόσει στην περιοχή της Μέσης Ανατολής» μας εξηγεί.

Στην ίδια γραμμή κινείται και η εκτίμηση της S&P, που θέλει την εντονότερη ψηφιοποίηση και συνεργασία με fintechs, ζωτικής σημασίας για την Ισλαμική τραπεζική. Αφού θα τις δώσει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα και θα ξεκλειδώσει νέες προοπτικές ανάπτυξης για το άμεσο μέλλον. Διακρίνει μάλιστα τρεις άξονες στην τεχνολογική αναβάθμιση του Islamic finance που θα καθορίσουν το μέλλον του: Την καθολική ανάπτυξη ψηφιακής τραπεζικής και υπηρεσιών, την έκδοση των ομολόγων «shukuk» σε ψηφιακές πλατφόρμες με τεχνολογία blockchain και την ενίσχυση της κυβερνοασφάλειας του περιβάλλοντος της.


Εν ολίγοις
H χρηματοπιστωτικές δραστηριότητες με βάση τον Ισλαμικό νόμο που απαγορεύει τον τόκο, κερδίζουν έδαφος, χάρη τη σταθερότητα και την πιο «ανθρωποκεντρική» διάσταση που επιφέρουν ειδικά στην τραπεζική, αλλά και την πίστη τους στο ψηφιακό fintech οικοσύστημα.

Norbloc: Blockchain λύσεις για KYC προβλήματα

Με όλο και περισσότερους χρήστες, εταιρείες και οργανισμούς να συναλλάσσονται μέσω της ψηφιακής τους υπόστασης, η διαδικασίες ψηφιακής ταυτοποίησης άρχισαν να παρουσιάζουν ανάγκες, προκλήσεις αλλά και ευκαιρίες για όποιον θα μπορούσε να δώσει μια πραγματικά έξυπνη λύση. Ο Aστυάναξ Κανακάκης, διευθύνων σύμβουλος και συνιδρυτής της Norbloc, έχοντας ήδη εργαστεί μεταξύ άλλων στην Boston Consulting Group, την Lehman Brothers και την συμβουλευτική εταιρεία McKinsey, είδε στην τεχνολογία blockchain την λύση στο πρόβλημα του χρόνου, του κόστους και της ασφάλειας της διαδικασίας ταυτοποίησης στις συναλλαγές μέσω της ψηφιακής ταυτότητας, ανάμεσα σε χρήστες και οργανισμούς.

Έτσι ξεκίνησε την Norbloc το 2016, στον παράδεισο της startup επιχειρηματικότητας, τη Σουηδία, στήνοντας στην Ελλάδα το Development Hub που ανέλαβε το R&D της εταιρείας. «Η ιδέα να επικεντρώσουμε το ενδιαφέρον μας στο τομέα της ταυτοποίησης προσώπων και εταιρειών (Know-Your-Customer ή KYC) ήρθε από τους ίδιους τους μελλοντικούς πελάτες μας!» εξηγεί ο Αστυάναξ Κανακάκης καθώς αναρωτιόμαστε για το πώς ακριβώς προκύπτει μια τέτοια ιδέα. Με την εταιρεία να κάνει ακόμα τα πρώτα της βήματα, προσέφεραν επιμορφωτικά σεμινάρια για την τεχνολογία blockchain σε μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες.

Στα πλαίσια αυτών τις ρώτησαν ποια είναι τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν και πιστεύουν ότι θα μπορούσε να τους λύσει η τεχνολογία αυτή. Το KYC ήταν πάντα μέσα στις πρώτες απαντήσεις. Και αυτοί είχαν την ικανότητα να ακούσουν πραγματικά προσεκτικά τις ανάγκες της αγοράς. «Κοιτώντας με μεγαλύτερη προσοχή το χώρο είδαμε ότι υποφέρει από παθογένειες που οφείλονται στην αδυναμία διαμοιρασμού πληροφοριών, που έχουν νομική ισχύ, μέσα σε ένα αποκεντροποιημένο δίκτυο. Έτσι αποφασίσαμε να φτιάξουμε εμείς την υποδομή για ένα τέτοιο δίκτυο” όπως λέει χαρακτηριστικά.

Το «βάσανο» των «συστάσεων» σε ένα ψηφιακό κόσμο
Όπως μας περιγράφει, σε παγκόσμια κλίμακα, οι τράπεζες πρέπει βάση νόμου να επαληθεύουν την ταυτότητα των πελατών τους και να επικαιροποιούν τα στοιχεία τους, ανά τακτά χρονικά διαστήματα. Αν κάποιος είναι πελάτης σε τρεις τράπεζες, πρέπει να κάνει την ίδια διαδικασία ταυτοποίησης σε κάθε μια από αυτές. Αυτή η διαδικασία για εταιρικούς πελάτες μπορεί να πάρει έως και εβδομάδες. Σε διάστημα 5 ετών, μια εταιρεία μπορεί να σπαταλήσει μέχρι και 15-20 εβδομάδες σε αυτή τη διαδικασία. «Με τις πλατφόρμες μας, συνδέουμε τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αλλά και κυβερνητικούς οργανισμούς και επιτρέπουμε σε ιδιώτες και επιχειρήσεις να δημιουργήσουν έναν ηλεκτρονικό φάκελο σε αυτό το οικοσύστημα, που μπορούν μετά να μοιραστούν με όποιον οργανισμό θέλουν. Οπότε τα στοιχεία τους πρέπει να τα δώσουν ή ανανεώσουν μία φορά, ανεξάρτητα από τον αριθμό των ιδρυμάτων με τα οποία συνεργάζονται.

Ουσιαστικά μειώνουμε την όλη διαδικασία για τους πελάτες, αλλά και για τις τράπεζες κατά 60%. Επιπροσθέτως, δημιουργούμε μεγαλύτερη διαφάνεια και έλεγχο στους πελάτες των τραπεζών, για το ποιος έχει πρόσβαση στα δεδομένα τους, ακριβώς ότι πρεσβεύει η GDPR νομοθεσία». Έτσι η Norbloc ξεχώρισε και αυτή τη στιγμή είναι η μονή εταιρεία στον κόσμο που έχει καταφέρει να δημιουργήσει ένα τέτοιο δίκτυο KYC πληροφοριών σε μεγάλη κλίμακα και χρήση. Αυτή τη στιγμή η πλατφόρμα της χρησιμοποιείται από περισσοτέρους από 360,000 εταιρικούς πελάτες και 11 τράπεζες και κυβερνητικούς οργανισμούς. Ο οίκος αξιολόγησης Moody’s χαρακτήρισε τα δίκτυά της ως “άκρως θετικά για την σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού χώρου” σε μια έκθεση του αρχές του 2020. Βρίσκεται μάλιστα, όπως μας λέει ο Αστυάναξ Κανακάκης, σε προχωρημένες συζητήσεις με κεντρικές τράπεζες και οργανισμούς σε 4 χώρες για την περαιτέρω δημιουργία KYC δικτύων. Παρόλα αυτά ο ίδιος αναγνωρίζει ότι αυτή η πορεία αυτή, παρότι εντυπωσιακή, είχε τις προκλήσεις της.

«Η τεχνολογία που χρησιμοποιούμε είναι άκρως πρωτοποριακή. Επιτρέπει τεράστια οφέλη και καινούργια επιχειρηματικά μοντέλα. Όσο θετικά και αν ακούγονται αυτά όμως, όταν οι πελάτες σου είναι μεγάλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, τα οποία είναι από την φύση τους συντηρητικά, απαιτούνται πολλαπλές συναντήσεις και συζητήσεις πριν οποιαδήποτε υλοποίηση». Ακόμα όπως μας εξηγεί, καθώς δημιουργούν δίκτυα, απαιτείται και ένας συντονισμός όλων των οργανισμών που συμμετέχουν, που πολλές φορές είναι και μεταξύ τους ανταγωνιστές. «Τα δύο αυτά χαρακτηριστικά του χώρου μας απαιτούν επίπονη προσπάθεια αλλά και υπομονή, που μόνο μεγάλες εταιρείες κατέχουν».

Η ανάγκη για ασφάλεια και το «κακόφημο» blockchain
Από την ίδρυσή της μέχρι σήμερα, η Νorbloc έχει συνολικές χρηματοδοτήσεις ύψους 3,9 εκατ. δολαρίων από τη Marathon VC και τη Venture Friends και μπήκε στη λίστα RegTech100 με τις 100 πιο καινοτόμες regtech startups παγκοσμίως. Πρόσφατα άνοιξαν το παράρτημα τους στο Ντουμπάι όπου συμμετέχουν εθνικό σύστημα για την ανταλλαγή επαληθευμένων δεδομένων KYC των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων. H Norbloc θεωρείται αυτή τη στιγμή πρωτοπόρα στον χώρο της σε παγκόσμιο επίπεδο, έχει υλοποιήσει ή συμβουλεύσει σε πιλοτικά προγράμματα στον χώρο, πάνω από 10 χώρες και συνεργάζεται με μερικές από τις μεγαλύτερες εταιρείες στο τομέα τραπεζικής τεχνολογίας παγκοσμιώς.

Ανάμεσα στα σχέδια και project τους για το μέλλον είναι η δημιουργία δικτύων για προσωπικά και εταιρικά δεδομένα μεταξύ τράπεζων και κυβερνήσεων σε τουλάχιστον τρεις χώρες τα επόμενα δύο χρόνια.«Ευελπιστούμε και προσπαθούμε να διατηρήσουμε αυτή τη θέση» σχολιάζει ο Αστυάναξ Κανακάκης πριν η συζήτηση περάσει στην επίδραση της τεχνολογίας blockchain στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Όπως εξηγεί, η τεχνολογία blockchain μπορεί να είναι σε μεγάλο βαθμό συνδεδεμένη με τα κρυπτονομίσματα για μεγάλο μέρος του κόσμου, όμως οι χρήσεις της είναι πολλαπλές. Στον χρηματοπιστωτικό τομέα, εκτός από τον τομέα του KYC, υπάρχουν εφαρμογές στους τομείς των πληρωμών, του trade finance κτλ. Ήδη πολλές τράπεζες χρησιμοποιούν την τεχνολογία, ιδιαίτερα για εσωτερική χρήση για σύνδεση των θυγατρικών τους ανά τον κόσμο.

«Τα επόμενα 5 χρόνια θα δούμε ραγδαία εξάπλωση της τεχνολογίας με μεγάλα οφέλη για τους χρήστες, αλλά χωρίς αναγκαστικά να “διαφημίζεται” η χρήση της. Και αυτό είναι ένα δείγμα της ωρίμανσής της» μας λέει.

«Η μεγαλύτερη επίδραση της τεχνολογίας θα είναι στην δημιουργία αποκεντρωμένων επιχειρηματικών μοντέλων. Ήδη υπάρχει μεγάλη δυναμική σε αυτό τον τομέα, αλλά με την ωρίμανση των χρήσεων πιστεύω ότι θα περιοριστούν οι εφαρμογές σε αυτές που πραγματικά ωφελούνται από αποκεντροποίηση. Ταυτόχρονα, οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες θα εκδώσουν τα δικά τους κρυπτονομίσματα, τα οποία ουσιαστικά θα είναι ψηφιακές εκδοχές των νομισμάτων που χρησιμοποιούμε σήμερα». Παρόλα αυτά από την εμπειρία του μας περιγράφει τη στάση του τραπεζικού και του ευρύτερου χρηματοπιστωτικού τομέα απέναντι σε τέτοιου είδους νέες τεχνολογίες να είναι τουλάχιστον συντηρητική και σε λίγες περιπτώσεις εχθρική. «Η τεχνολογία blockchain έχει συνδεθεί με κρυπτονομίσματα, που έχουν συνδεθεί με ξέπλυμα χρήματος. Είναι απλοϊκή αυτή η προσέγγιση. Ελπίζω όσο ωριμάζει η τεχνολογία να ωριμάζει και το κοινό της!”.

Το «ρομποτικό» μέλλον του Βanking

Η Erica από την Bank of America, ο Eno από την Capital One , η Amy από την HSBC του Χονγκ Κονγκ, η Ally στην Αμερικανική Ally Bank, ο Clinc στην USAA, ο Haro και η Dori στην Hang Seng Bank του Χονγκ Κονγκ έχουν κοινό κάτι παραπάνω από το ότι εργάζονται στον ευρύτερο τραπεζικό τομέα. Δουλεύουν 24 ώρες την ημέρα, 7 ημέρες την εβδομάδα, 365 ημέρες τον χρόνο και ο μισθός τους είναι μηδενικός. Είναι όλοι «ρομποτάκια», ή «ρομπότ διαλόγου» ή – όπως συνηθίζεται – banking chatbots. Συνήθως μικρά τετράγωνα αλληλεπίδρασης πελάτη και τράπεζας σε μια οθόνη, όπου πληκτρολογώντας και διαβάζοντας μπορεί κανείς να διεκπεραιώσει μερικές – περιορισμένες είναι η αλήθεια ακόμη – τραπεζικές εργασίες.

Ανάμεσα σε όλα ξεχωρίζει η εξωτική Lakshmi, από την Ινδία, ένα αυτόνομο ανθρωπόμορφο ρομπότ με φυσική παρουσία σε σχεδόν φυσικό μέγεθος που υποδέχεται τους πελάτες στο λόμπι της τράπεζας City Union Bank και τους απαντά σε περίπου 125 φωνητικές ερωτήσεις, αφού είναι διασυνδεδεμένο με την core banking υποδομή της τράπεζας.

Η μόδα ή το μέλλον;
Έρευνα της Jupiter θέλει τα chatbots να εξοικονομούν οκτώ δις δολάρια το χρόνο στην τραπεζική διεθνώς, ως το 2022, Η Gartner ήδη από το 2018 προέβλεπε σε μελέτη της ότι το 85% των οικονομικών κινήσεων των πελατών λιανικής θα ολοκληρώνονταν στα επόμενα 2 χρόνια χωρίς ανθρώπινη παρέμβαση, από την πλευρά της τράπεζας. Τα chatbots συνδυάζουν όλες τις ικανότητες που προσφέρει η τεχνητή νοημοσύνη με τις επαυξημένες δυνατότητες να μαθαίνουν πως να αλληλεπιδρούν καλύτερα με τους πελάτες της τράπεζας.

Παρόλα αυτά, το δυνατότερο selling point τους δεν είναι στο τι κάνουν ήδη, αλλά στο τι υπόσχονται. Και αυτό δεν είναι τίποτα λιγότερο από όσα κάθε τράπεζα ποτέ της δεν χορταίνει: Ασφάλεια, ταχύτητα και δεδομένα. Για την ακρίβεια πολλά, εξειδικευμένα και εξατομικευμένα δεδομένα, για πρώτη φορά στην ιστορία, έτοιμα προς επεξεργασία και εκμετάλλευση. Δεδομένα σε ποσότητα και ποιότητα τέτοια που θα επιτρέπουν στις τράπεζες αφενός να χαράζουν μια πολύ πιο σαφή στρατηγική και αφετέρου να προσφέρουν πιο προσωποποιημένη εμπειρία για κάθε πελάτη ξεχωριστά. Τα νούμερα δείχνουν να το επιβεβαιώνουν. Έρευνα της IHS Markit υπολόγισε την επιχειρηματική αξία της τεχνητής νοημοσύνης στον κλάδο των τραπεζών να φτάνει τα 300 δις δολάρια ως το 2030, με «ωριμότερη» αγορά αυτή της Βόρειας Αμερικής, η οποία σταδιακά αναμένεται πως θα υποχωρήσει, για να περάσει μπροστά η Ανατολική Ασία. Η αντίστοιχη της Mckinsey, θέλει το AI να μπορεί να προσθέτει αξία μέχρι και ενός τρις δολάρια κάθε χρόνο στο banking παγκοσμίως, αν υιοθετηθεί καθολικά.

Ο αντίλογος λέει ότι τα νούμερα λένε ότι τους ζητήσεις. Υπάρχουν -όπως εντοπίζουν και αναλύσεις του Forbes- άλλωστε μελέτες που δείχνουν ότι 86% των πελατών τραπεζικής προτιμούν την ανθρώπινη αλληλεπίδραση και άλλες που ταυτόχρονα θέλουν το 71% να προτιμά ένα chatbot για να λάβει γρήγορες απαντήσεις, τουλάχιστον σε απλές ερωτήσεις για το λογαριασμό του.

Οι επικριτές επιμένουν πως όλες οι νέες τεχνολογίες στον τραπεζικό τομέα τα τελευταία 40 χρόνια υποσχέθηκαν αύξηση του customer loyalty και ενίσχυση του brand, μέσω καλύτερου customer experience, αλλά στην πραγματικότητα καμία δεν το κατάφερε, άρα γιατί να το καταφέρουν οι νέες AI και chatbot εφαρμογές; Ειδικά όταν η παραπάνω έρευνα της IHS Markit μιλά και για 500.000 και 1500.000 θέσεις εργασίας στον τραπεζικό τομέα σε Αγγλία και Αμερική αντίστοιχα «υπο-αναπροσαρμογή». Σε μια «μετάβαση» που θα έχει αρκετά μεγάλο «παράπλευρο» κόστος, που θα πρέπει να προστεθεί και στο οικονομικό κόστος ανάπτυξης και υιοθέτησης της σχετικής τεχνολογίας, που κάθε άλλο παρά αμελητέο θεωρείται.

Reality Check
Η Όλγα Μαρία Κολοβού, Digital Marketing Specialist της εταιρείας ανάπτυξης αντίστοιχων Web & Mobile App και μεταξύ αυτών και chatbots στην Ελλάδα, AppGene ανέλαβε να διασαφηνίσει τα πραγματικά πλεονεκτήματα των banking chatbots στην ψηφιακή τραπεζική. Πρώτο στην λίστα που μας παρέθεσε ήταν η δυνατότητα τους να κάνουν το «personal banking», πραγματικά «personal». Αφού η λειτουργία του chatbot banking έρχεται να δώσει ένα σημαντικό «χέρι βοηθείας» στη συγκέντρωση σημαντικών πληροφοριών και τη διεξαγωγή ερευνών που, όπως εξήγησε «είναι ακριβείς, σχετικές και σύντομες» με σκοπό την παροχή εξατομικευμένων υπηρεσιών και προϊόντων.

Χάρη σε αυτές οι τράπεζες μπορούν να εφαρμόζουν τεχνικές εξατομικευμένου μάρκετινγκ και να παρέχουν οικονομικές συμβουλές, υποστηρίζοντας το financial planning κάθε πελάτη τους ξεχωριστά. Αυτό είναι εφικτό και οικονομικά βιώσιμο γιατί οι τράπεζες μπορούν, όπως μας εξήγησε, να συγκεντρώσουν με τη χρήση chatbots ιδιαίτερα προσωπικές πληροφορίες για τους υπάρχοντες και δυνητικούς πελάτες, όπως εισόδημα, πηγές εισοδήματος, επενδυτικές συνήθειες και προτιμήσεις και «αυτές οι πληροφορίες είναι που δίνουν τελικά την δυνατότητα να παρέχουν “εξατομικευμένες καμπάνιες μάρκετινγκ” και τελικά, να προσφέρουν απόλυτα εξατομικευμένα προϊόντα». Για την κυρία Κολοβού ο ρόλος των banking chatbots είναι μοναδικός σε αυτή τη διαδικασία. «Η αυτοματοποιημένη εξυπηρέτηση πελατών είναι ακριβής και διασφαλίζει το αποτελεσματικό engagement του πελάτη. Με τη δημιουργία του chatbot η λειτουργία της 24/7 εξυπηρέτησης πελατών, μπορεί να ενσωματωθεί στη βάση δεδομένων της εκάστοτε τράπεζας, ώστε να μπορεί αυτή να αντλεί δεδομένα απευθείας από τη βάση και να διαχειρίζεται τα αιτήματα των πελατών. Ένα chatbot βοηθά στην εξάλειψη περιττών πληροφοριών και αναγκών για feedback.

Μπορεί να βοηθήσει μια επιχείρηση να βελτιώσει τη ροή εργασιών της και την ενσωμάτωση διαδικασιών. Οι ενσωματωμένες διαδικασίες δεν απαιτούν πρόσβαση στις ίδιες πληροφορίες ξανά και ξανά. Αυτό ελέγχει και μειώνει τον πλεονασμό τόσο στις διαδικασίες όσο και στις βάσεις δεδομένων. Για παράδειγμα, οι αντιπαραβολές συναλλαγών και οι διαφορές είναι σύνηθες πρόβλημα στον τραπεζικό τομέα. Αυτές μπορούν να λυθούν πιο αποδοτικά με τη χρήστη chatbot».

Αυτό που θα ακουστεί παράδοξο είναι ότι η φαινομενικά «ψυχρή» συνδιαλλαγή με ένα «ρομποτάκι» επιτρέπει, κατά την κυρία Κολοβού, στις τράπεζες να γίνουν πιο «ευαίσθητες» προς τα συναισθήματα των πελατών τους. Μιας και η αλληλεπίδραση κάθε ενός ξεχωριστού πελάτη με chatbot μπορεί να είναι απόλυτα ελεγχόμενη, δίνει την δυνατότητα για καλύτερη ανάλυση συναισθημάτων του πελάτη σε κάθε στιγμή της διαδικασίας. «Η ανάλυση συναισθημάτων είναι μια διαδικασία που αφορά τη συλλογή, την ανάλυση και τη βελτίωση τεράστιου όγκου πληροφοριών. Οι πληροφορίες αυτές μπορούν να αξιοποιηθούν ακόμα περισσότερο στη δημιουργία ιδεών και την παραγωγή στρατηγικής» μας λέει πριν περάσουμε στην επιπλέον αξία που το ίδιο το feedback προσθέτει στην διαδικασία συναλλαγής με ένα chatbot.

«Η χρήση chatbot μπορεί να βοηθήσει στην γρήγορη και αυτόματη παραγωγή feedback από τους πελάτες μέσω σύντομων και απλών συστημάτων μέτρησης, όπως οι αξιολογήσεις, ώστε να κατανοήσει κάθε πιστωτικό ίδρυμα τις απόψεις τους και τη συνολική αγοραστική τους εμπειρία. Τα chatbots μπορούν να διεξάγουν έρευνες, απλά και γρήγορα συγκεντρώνοντας σημαντικά δεδομένα πελατών και ταυτόχρονα μειώνοντας τα κόστη των δημοσκοπήσεων. Αυτό εξαλείφει την ανάγκη για ξεχωριστή διεξαγωγή ερευνών, αφού οι οργανισμοί μπορούν να τις συμπεριλάβουν στη διαδικασία εξυπηρέτησης πελατών κι αυτό βοηθά σημαντικά στη μείωση του κόστους». Όσο για τους ρόλους που θα «κλέψουν» από τους ανθρώπους, η οπτική της είναι αισιόδοξα καθησυχαστική, αφού βλέπει τα chatbots να αναλαμβάνουν τις διαδικασίες που είναι «τυπικές» και δεν απαιτούν την ανθρώπινη συμμετοχή, οπότε «βελτιώνουν έτσι σημαντικά την ανθρώπινη παραγωγικότητα, επιτρέποντας σε μία τράπεζα να αξιοποιήσει πλήρως το δυναμικό των εργαζομένων της».

Φουτουριστές από ανάγκη
Πολλές αναλύσεις -από την Gartner ως την PWC- συμφωνούν τελικά ότι το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει ή όχι να καταφύγει η ψηφιακή τραπεζική στην -υποστηριζόμενη από την τεχνητή νοημοσύνη- εξυπηρέτηση πελατών από τα chatbots, αλλά γιατί άργησε. Το customer loyalty στρέφει πάντα μοιραία προς όποιον ικανοποιεί τις ανάγκες των πελατών καλύτερα. Και στη βάση της σχέσης τράπεζας -πελάτη είναι η ανάγκη να διεκπεραιώσει ο δεύτερος με τον καλύτερο τρόπο μια σειρά από διαδικασίες -που κανείς δεν απολαμβάνει έτσι και αλλιώς- με τον συντομότερο, αποτελεσματικότερο, ασφαλέστερο, αποδοτικότερο τρόπο. Όχι η ανθρώπινη αλληλεπίδραση.

Η ιστορία άλλωστε το επιβεβαιώνει. Οι τεχνολογίες που «δουλεύουν» επικρατούν και αλλάζουν τα πάντα. Εδώ και εξήντα χρόνια κάνουμε αναλήψεις από ΑΤΜ, τα οποία δεν είναι κάτι πέρα από «ρομπότ». Έχουν ένα παραδοσιακό chatbot interface, -«παλαιολιθικό» αν σκεφτούμε ότι δεν έχει καν πλήρες πληκτρολόγιο, αλλά είναι διασυνδεδεμένο με το core banking- και ένα μηχανικό σύστημα που μας δίνει αναλογικότατα χρήματα. Ελάχιστοι πια επιλέγουν να κάτσουν στην ουρά στον γκισέ για να κάνουν αναλήψεις ή να κάτσουν σπίτι ένα Σαββατοκύριακο αν ξέμειναν από ρευστό ως τη Δευτέρα που θα ανοίξει η τράπεζα. Επιβεβαιώνοντας εκείνους τους «τεχνολάτρεις» αναλυτές που χωρίζουν τους «πελάτες» των σύγχρονων τεχνολογιών σε δύο μόνο κατηγορίες: τους early adopters που τις υιοθετούν άμεσα και αυτούς που αναγκάζονται να τις υιοθετήσουν, αντιδρώντας και γκρινιάζοντας, αργά ή γρήγορα.

Στην Ελλάδα στην αρχή του πρώτου lockdown της πανδημίας, μέσα σε ενάμιση μήνα ενεργοποιήθηκαν περίπου 150.000 κωδικοί e-banking που είχαν μείνει ανενεργοί από το 2015, όταν είχαν εκδοθεί για πρώτη φορά λόγω των capital controls. Στη συνέχεια εκδόθηκαν άλλοι 50.000 νέοι κωδικοί -μόνο μέχρι τις αρχές του Απριλίου του 2020. Έτσι σε λίγες μόλις εβδομάδες 200.000 πελάτες τραπεζικής μετακινήθηκαν από τον αναλογικό στον ψηφιακό γκισέ και όλοι αυτοί δεν είχαν απέναντι τους έναν «αναλογικό» υπάλληλο να τους εξυπηρετήσει. Μιας και την ίδια στιγμή τα υγειονομικά πρωτόκολλα απαιτούσαν εντελώς «touch- free» διαδικασίες, πολλά υποκαταστήματα τραπεζών ήταν κλειστά ή υπολειτουργούσαν και το σύνολο σχεδόν των πελατών των τραπεζών αναγκάστηκαν να μεταφερθούν από τον γκισέ στον υπολογιστή και το κινητό τους, σε μια μαζική μετακίνηση πληθυσμού που μάλλον θα περάσει στην τραπεζική ιστορία.

Η ανάγκη για εξυπηρέτηση από τα νέα αυτά δισεκατομμύρια διάσπαρτα και ψηφιακά service points έδειξε τη δυναμική της ΑΙ και των chatbots. Αλλά και το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα όποιου τραπεζικού οργανισμού είχε ήδη επενδύσει σε αυτά. Αφού μπορούσε όχι μόνο για να εξυπηρετήσει τους πελάτες του ακόμα και συνθήκες κρίσης, αλλά και να τους εκπαιδεύσει σε μια νέα πραγματικότητα, στην οποία η τράπεζα -μέσα από τις τεχνολογίες αυτές- μπορούσε να αναβαθμίσει την σχέση της με τους πελάτες της.

Αυτό αποτυπώθηκε και σε ποσοτικές μετρήσεις. Σύμφωνα με μελέτη της Cornerstone Advisors, προ 2020 μόλις 4% των μεσαίου μεγέθους τραπεζών είχαν chatbots. Μέσα στο 2020 αυτό το ποσοστό τριπλασιάστηκε στο 13%, ενώ άλλο ένα 16% των τραπεζών είχε την πρόθεση να προσθέσει chatbot στο οπλοστάσιο της ψηφιακής τραπεζικής του στην επόμενη χρονιά, ανεβάζοντας το ποσοστό στο εντυπωσιακό 30%! Ένα ποσοστό που για την Ευρώπη είναι ακόμα πιο εντυπωσιακό αν υπολογίσει κανείς ότι δεν ήρθε «εν κενό» μιας και όπως είχε αποτυπώσει έρευνα της ING από το 2017 ως το 2019, 13% περισσότεροι Ευρωπαίοι είχαν ήδη στραφεί στο κινητό τους για τις τραπεζικές συναλλαγές. Φτάνοντας το συνολικό ποσοστό των πελατών τραπεζικής που είχαν στραφεί ήδη στην ψηφιακή τραπεζική στο 63% στην μόλις προ -επιδημίας εποχή. Ομολογουμένως το trend δεν διαγράφεται εξίσου ισχυρό και εντός Ελλάδας, με μόλις δύο τραπεζικούς οργανισμούς, την Ελληνική Τράπεζα και την Τράπεζα Πειραιώς να έχουν ήδη «προσλάβει» chatbots. Όπως χαρακτηριστικά μας είπε και η κυρία Κολοβού οι ελληνικές τράπεζες παρακολουθούν τις διεθνείς τάσεις και υποστηρίζουν ψηφιακά διαδικασίες όπως η δημιουργία λογαριασμών, η εξ’ αποστάσεως διαδικασία ταυτοποίησης και οι ανέπαφες μεθόδους πληρωμών, αλλά ακόμη υπάρχει μεγάλη απόσταση και περιθώριο για την υποστήριξη ολοκληρωμένων συστημάτων banking chatbots.

Παρόλα αυτά, η ανάγκη για εξυπηρέτηση πελατών χωρίς την διαμεσολάβηση του ανθρώπινου παράγοντα και η άντληση και επεξεργασία των data από αυτή, οδηγεί ήδη στην επόμενη γενιά chatbots, δηλαδή τα conversational bots, που ήδη διαθέτουν αυξημένες ικανότητες προφορικής επικοινωνίας, χρησιμοποιώντας της ικανότητες των Siri, Echo, Cortana και Google Home και τις τελευταίες εξελίξεις στον τομέα του natural language processing για να εξυπηρετήσουν του πελάτες προφορικά, χωρίς την ανάγκη για πληκτρολόγηση και διάβασμα.

Εν ολίγοις

  • Εφαρμογές chatbot αναλαμβάνουν διεθνώς όλο και μεγαλύτερο μέρος της εξυπηρέτησης πελατών της ψηφιακής τραπεζικής. Μελέτες θέλουν το 30% των τραπεζών να χρησιμοποιούν chatbots για τουλάχιστον τις βασικές και πιο απλές υπηρεσίες λιανικής τραπεζικής στα επόμενα 2-3 χρόνια.
  • Η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης δίνει στα chatbot δυναμική με την οποία στο άμεσο μέλλον αναμένεται να αναλάβουν μέχρι και το 85% των διεργασιών ψηφιακής τραπεζικής.
  • Οι τράπεζες τα «στρατολογούν» γιατί προσφέρουν αυξημένη ταχύτητα, ασφάλεια και δεδομένα που τους επιτρέπουν να χαράζουν καλύτερες επιχειρηματικές στρατηγικές αλλά και προσφέρουν και απόλυτα προσωποποιημένα τραπεζικά προϊόντα και υπηρεσίες στους πελάτες τους, αυξάνοντας το customer loyalty.

 

Η εφαρμογή που βάζει “σε τάξη” το χαρτζιλίκι

Η ιδέα για τη Woli άρχισε να παίρνει μορφή στο μυαλό του Βασίλη Ζούπα, συν-ιδρυτή και CEO της, ήδη από το 2017. Στις αρχές του 2020, οι ανάγκες της πανδημίας επιτάχυναν τις εξελίξεις και έτσι το πήρε απόφαση, και δημιούργησε την «πρώτη τραπεζική εφαρμογή και prepaid mastercard για νέους 10-18, συν-διαχειριζόμενη από τους γονείς». Το όνομα αυτής: «Woli» ένα «παιχνιδιάρικο» wallet, που θυμίζει και έναν γνωστό χαρακτήρα cartoon.

Στη διαδικασία φάνηκε ότι όπως σε κάθε ξεκίνημα ενός καινοτόμου προϊόντος, υπάρχουν πολλαπλά επίπεδα δυσκολίας, από τη σωστή στρατηγική και τοποθέτηση στην αγορά, μέχρι το χτίσιμο της core ομάδας και τη δημιουργία των βασικών υποδομών, που είναι απαραίτητες και βασικές ώστε να στηρίζουν και να μπορούν να κάνουν μια startup να μεγαλώσει.

Όπως μάλιστα επισημαίνει ο Βασίλης Ζούπας, «στον κλάδο της τραπεζικής τεχνολογίας, τα εμπόδια είναι περισσότερα και δυσκολότερα από άλλα industries -αδειοδότηση, κανονιστική συμμόρφωση, εξειδικευμένες τεχνολογικές πλατφόρμες κτλ.- και απαιτούν μια ομάδα με σημαντική εμπειρία στον συγκεκριμένο χώρο».

Το ευτύχημα ήταν ότι η ομαδα του Woli βρήκε στήριξη. «Μας επέλεξαν και υποστήριξαν σημαντικοί ευρωπαϊκοί accelerators, όπως το Visa Innovation Program και το X-Europe και είμασταν από τις πρώτες ελληνικές startups του μητρώου νεοφυών επιχειρήσεων Elevate Greece. Τώρα έχουμε ξεκινήσει ήδη τη λειτουργία μας στην ελληνική αγορά, με τον βασικό κορμό της εφαρμογής, που περιλαμβάνει λογαριασμούς γονέα και παιδιού, αυτόματο χαρτζιλίκι, όρια δαπανών, εργασίες και ανταμοιβές, καθώς και την πολύχρωμη παιδική Woli Mastercard. Αναπτυχθήκαμε σε μεγάλο βαθμό με κεφάλαια μετόχων και angel investors και στο πλάνο για τους επόμενους μήνες είναι και το πρώτο VC fundraising που θα τροφοδοτήσει μια γρήγορη ανάπτυξη της ομάδας και του προϊόντος».

Digital Payments για όλη την οικογένεια
Εύκολα μπορεί να φανταστεί κανείς ένα δάσος από σηκωμένα φρύδια και από επιφυλακτικές μέχρι αρνητικές αντιδράσεις να πυκνώνει, όταν ένας fintech startupper αρχίζει να εξηγεί, σε banking executives αλλά και γονείς, την ιδέα του να δώσεις μια prepaid Μastercard σε ένα δεκάχρονο. Ο ίδιος αναγνωρίζει ότι είμαστε ακόμα στην αρχή αυτής της αγοράς, οπότε υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει αντίσταση.

Ωστόσο ήδη, όπως μας εξηγεί, οι πρώτοι «early adopters» πελάτες της Woli, σύντομα κατάλαβαν ότι η παιδική κάρτα Woli είναι ένας πολύ πιο ασφαλής και σωστός τρόπος πληρωμών για τα παιδιά τους, με πολλά προτερήματα: οι γονείς θέτουν από το app τους όρια εξόδων, τα ελέγχουν, το παιδί δεν έχει ρίσκο να του κλέψουν ή να χάσει τα μετρητά του και η κάρτα δεν «περνάει» σε εμπόρους με υπηρεσίες και προϊόντα που αφορούν αμιγώς ενήλικες (π.χ. έχει για παράδειγμα gambling block).

Από την οπτική του γονιού η ιδέα μοιάζει καλή, αλλά πολύ «καινούργια». Τόσο που εντελώς φυσιολογικά οι απορίες και οι προκλήσεις που το όλο εγχείρημα μας φέρνει στο μυαλό, συνεχίζουν να εμφανίζονται σαν προειδοποιητικά popup παράθυρα στην αρχική σελίδα κάποιου web banking.

Έτσι η επόμενη ερώτηση που αυτόματα προκύπτει είναι «πως εξηγείς σε έναν 10χρονο τι είναι η Woli;». Η απάντηση έρχεται άμεσα και είναι απλή «είναι ο πρώτος σου λογαριασμός, ενώ έχεις mastercard στο όνομά σου για να λαμβάνεις αυτόματα το χαρτζιλίκι σου και να ξοδεύεις online και σε φυσικά καταστήματα με ασφάλεια και ταχύτητα. Μέσα από το Woli app μπορείς να βάλεις τους δικούς σου στόχους αποταμίευσης, να βρεις προσφορές για αγαπημένα σου brands και να γίνεις μέρα με τη μέρα καλύτερος στη διαχείριση των χρημάτων σου!».

Εξίσου φυσικά προκύπτει και η ανάγκη για μια version της απάντησης για τους πιο «διστακτικούς» γονείς. Για όλους εμάς τους ενήλικες λοιπόν, όπως μας εξηγεί ο Βασίλης Ζούπας, το Woli είναι μια έξυπνη τραπεζική εφαρμογή για σύγχρονες οικογένειες, που αυτοματοποιεί το χαρτζιλίκι και βοηθά τα παιδιά να αναπτύξουν δεξιότητες διαχείρισης χρημάτων, με διασκεδαστικό και ασφαλή τρόπο.

Οι γονείς μπορούν να ψηφιοποιήσουν το χαρτζιλίκι, να ορίσουν όρια δαπανών, να λαμβάνουν ειδοποιήσεις σε πραγματικό χρόνο για το που πάει και να ορίζουν εργασίες που ανταμείβονται (να βάλουν στο παιδί τους ένα ποσό στην κάρτα αν πλύνει για παράδειγμα το αυτοκίνητο ή κάνει κάποια δουλειά του σπιτιού), για να διδάξουν στα παιδιά πώς να κερδίζουν εισόδημα. Τα παιδιά αποκτούν πρόσβαση στον πρώτο τους ψηφιακό λογαριασμό, διαχειρίζονται το χαρτζιλίκι τους, θέτουν στόχους αποταμίευσης και χτίζουν γνώσεις οικονομικών μέσω διαδραστικών μαθημάτων.

«Η εκπαίδευση είναι στον πυρήνα του Woli» μας εξηγεί, «γιατί στόχος μας είναι να είμαστε η πρώτη τραπεζική εμπειρία ενός παιδιού, που θα το βοηθήσει να κατανοήσει τις δύσκολες έννοιες των οικονομικών και θα τον εξοπλίσει με σημαντική γνώση μέχρι να ενηλικιωθεί. Η αποστολή μας είναι να ενδυναμώσουμε τους νέους, δίνοντάς τους οικονομική ελευθερία και γνώση».

«Cash Was King» στο μέλλον των πληρωμών
Αναρωτιέμαι αν το «cash is king» mentality ισχύει, ειδικά για τα παιδιά και ποιο είναι το μέχρι τώρα feed back για το Woli από αυτά που ήδη το χρησιμοποιούν. «Το feedback είναι εξαιρετικό, γιατί η δυνατότητα και μόνο να έχουν τη δική τους προσωπική κάρτα και ψηφιακό πορτοφόλι, τους απελευθερώνει σε ότι αφορά στις ψηφιακές πληρωμές. Μπορούν πλέον να αγοράζουν μόνοι τα online παιχνίδια τους ή να κάνουν contactless (και ασφαλείς) αγορές στο σχολείο και με τους φίλους τους!», λέει ο κ. Ζούπας.

Τα σχέδια της Woli για το μέλλον περιλαμβάνουν την ανάπτυξη ενός πλούσιου roadmap λειτουργιών, από στόχους αποταμίευσης, δυνατότητα μικρό-δωρεάς σε φιλανθρωπίες, αγορά vouchers από αγαπημένα παιδικά brands, μέχρι την ανάπτυξη της εκπαιδευτικής πλατφόρμας στην οποία θα προστεθεί ένα εκπαιδευτικό “παιχνίδι”, μέσα από διασκεδαστικά κουίζ για παιδιά, γύρω από την χρηματο-οικονομική εκπαίδευση και τις έννοιες του, στο Woli App. Σε αυτό θα συμμετέχουν μάλιστα και οι γονείς, οι οποίοι θα λαμβάνουν ενημέρωση για την πρόοδο των παιδιών και θα μπορούν να τα επιβραβεύουν με μικρά χρηματικά rewards μέσα στο Woli.

Το μέλλον του Woli είναι πολλά υποσχόμενο, μιας και είναι συνδεδεμένο με αυτό του διαρκώς εξελισσόμενου μοντέλου των ψηφιακών πληρωμών, όπως μας εξηγεί ο Βασίλης Ζούπας.
«Προσπερνώντας το one-stop-shop μοντέλο των κλασσικών τραπεζών, πολλές νέες εταιρείες πλέον εστιάζουν σε συγκεκριμένο κοινό (vertical) και λύνουν με πολύ μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα τα προβλήματά αυτών των πελατών. Στο Woli εστιάζουμε στην οικογένεια και στους νέους και θεωρούμε ότι μέσα από την αφοσίωση σε αυτό το κοινό μπορούμε να προσφέρουμε μια εξαιρετική τραπεζική εμπειρία».

Supervisory Technologies: Το μεγαλο όπλο της EIOPA

Η EIOPA δίνει τεράστια σημασία στις τεχνολογίες επίβλεψης και θεωρεί το ρόλο τους -μαζί με αυτό του Fintech και του Cyber Underwriting- κυρίαρχο στην πορεία προς την ψηφιοποίηση της αγοράς ασφαλειών και την διαφύλαξη των συμφερόντων των ασφαλισμένων, με το Board of Directors να τους αφιερώνει ειδικό κεφάλαιο στην ετήσια αναφορά του οργανισμού. Η ασφαλιστική αγορά πάλι τις έχει ήδη αναγνωρίσει κωδικοποιώντας τες υπό τον όρο Suptech και αναρωτιέται για το ρόλο που θα παίξουν στην διαμόρφωση και παραπέρα εξέλιξη της αγοράς.
H Ana Teresa Moutinho της EIOPA απαντά σε αυτούς τους προβληματισμούς και ξεδιπλώνει τη στρατηγική της Ευρωπαϊκής Αρχής για το SupTech.

*Η παρακάτω συνέντευξη διεξήχθη στα Αγγλικά και παρουσιάζεται εδώ μεταφρασμένη. Η πρωτότυπη εκδοχή είναι στη διάθεση του κοινού.

Ποιες είναι οι κυριότερες προκλήσεις στην χρήση των νέων supervision technologies;

Η χρήση των τεχνολογιών suptech είναι ήδη μια πραγματικότητα για πολλές από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, όπως και για την EIOPA. Οι ελεγκτικές αρχές χρησιμοποιούν την τεχνολογία (την λεγομένη «suptech»), για να ενισχύσουν τις εσωτερικές εποπτικές διαδικασίες διοίκησης, να διευκολύνουν την ψηφιακή αλληλεπίδραση με χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, αλλά και για να βελτιώσουν εποπτικές πρακτικές. Η εποπτική τεχνολογία μπορεί να βοηθήσει στην συλλογή δεδομένων και την ανάλυση τους, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά. Αυτό βοηθά στο να βελτιωθούν συνολικά οι εποπτικές πρακτικές και προωθεί την έγκαιρη αναγνώριση και κατανόηση των κινδύνων.

Κατά την άποψη μας υπάρχουν δύο κύριες προκλήσεις στην εφαρμογή της τεχνολογίας εποπτείας: η οργανωτική και η τεχνολογική. Μπορούμε για παράδειγμα να δούμε ότι οι αρχές που έχουν υλοποιήσει οργανωτικές αλλαγές, για να προετοιμάσουν το προσωπικό τους για το suptech, είναι πιο ανοιχτές και καλύτερα προσαρμοζόμενες στην εφαρμογή του suptech, από αυτές που δεν υιοθέτησαν καμία αλλαγή, όπως την προώθηση ενός καινοτόμου και δημιουργικού περιβάλλοντος και εκπαιδευτικά προγράμματα στον τομέα των νέων τεχνολογιών.

Από την τεχνολογική πλευρά, η πρόκληση είναι να αποφασιστεί σε ποιες τεχνολογίες και περιοχές εποπτείας να επενδύσουμε. Κατά τη λήψη αποφάσεων, τόσο οι αρμόδιες εθνικές αρχές όσο και η EIOPA πρέπει να λάβουν υπόψη την πολυπλοκότητα της τεχνολογίας, το επίπεδο ωριμότητας της και φυσικά το κόστος της. Οι αρχές πρέπει ακόμα να αλλάξουν την προσέγγιση τους στην ανάπτυξη. Αναφέρομαι εδώ στην σχεδιαστική λογική, με την οποία οι εποπτεύοντες εστιάζουν στην δημιουργία προϊόντων, υπηρεσιών, εμπειριών ή συστημάτων που «δουλεύουν» για τους χρήστες τους. Οι νέες τεχνολογίες θα χρησιμοποιηθούν από τους εποπτεύοντες και για αυτό είναι πολύ σημαντικό να προσδιοριστούν οι ανάγκες τους και να ληφθεί υπόψη ο τρόπος που αυτές οι νέες λύσεις θα χρησιμοποιούνται. Στα πλαίσια αυτής της φιλοσοφίας οι αρχές πρέπει να προωθήσουν την ανταλλαγή εμπειριών και ιδεών. Παρόλα αυτά πρέπει να αναγνωρίσουμε από την αρχή ότι δεν θα είναι όλες οι ιδέες πετυχημένες. Μια προσέγγιση βήμα-βήμα, που θα επιτρέπει την δοκιμή όλων των ιδεών σε ένα πρώιμο στάδιο, είναι σημαντική ώστε να προωθηθεί η καινοτομία και να διατηρηθούν υπό έλεγχο τα κόστη.

Έχουμε συμφωνήσει με τις αρμόδιες εθνικές αρχές να ενισχύσουμε την συνεργασία, σε τομείς όπως η χρήση των data στην αντιμετώπιση ρίσκων και προκλήσεων.

Η στρατηγική suptech της EIOPA αναφέρει την ανθρώπινη διάσταση στην ανάλυση της. Σε τι βαθμό περιμένετε αυτή να επιδράσει στον σχηματισμό αυτής της στρατηγικής στο μέλλον;

Η εποπτεία δεν θα πρέπει ποτέ να χάσει τον ανθρώπινη διάσταση της. Η εποπτεία του τομέα ασφαλίσεων είναι μια περίπλοκη διεργασία, στην οποία η κρίση του εποπτεύοντος είναι θεμελιώδης. Διαφορετικές οπτικές, εξαρτήσεις και διαφοροποιήσεις επηρεάζουν και –μαζί με ποιοτικές πτυχές- θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε κάθε ανάλυση. Γι’ αυτό και δεν θα ήταν συνετό να βασίζουμε συμπεράσματα μόνο σε αυτοματοποιημένες διαδικασίες, χωρίς να λάβουμε υπόψη μας την κρίση των ειδικών. Αυτό θα πρέπει να συνοδεύεται από την ευελιξία στη διαδικασία εποπτικής εξέτασης, ώστε να αντικατοπτρίζει το γεγονός ότι το περιβάλλον εξελίσσεται διαρκώς.

Η EIOPA βλέπει το SupTech σαν ένα κρίσιμο εργαλείο στην υπηρεσία των εποπτών. Οι ανάγκες τους, μαζί με τις διαθέσιμες τεχνολογίες, θα δώσουν τον τόνο των στρατηγικών του SupTech στο μέλλον. Αλλά είναι επίσης απαραίτητο να δουλέψουμε πάνω στη φιλοσοφία των εποπτών. Οι αγορές γίνονται όλο και πιο ψηφιακές και η καινοτομία είναι μέρος αυτής της διαδικασίας. Το SupTech δεν αφορά μόνο την υιοθέτηση και την αλλαγή των διαδικασιών εποπτείας, για να γίνουν πιο αποδοτικές, αλλά και τον έλεγχο ασφαλιστικών επιχειρήσεων με ψηφιακά επιχειρηματικά μοντέλα. Το προφίλ των εποπτών πρέπει να διευρυνθεί ενώ θα πρέπει να γίνονται και εκπαιδεύσεις σε διαφορετικούς τομείς. Το εύρος των γνώσεων πρέπει να αυξηθεί και να συμπεριλάβει ειδικούς από τους τομείς του ICT, τα data και την ψηφιοποίηση οι οποίοι θα μπορούν να συνεργάζονται με λογιστές, νομικούς και ασφαλιστές.

Πως βλέπετε να αλλάζει η χρήση του SupTech την επιχειρηματική στρατηγική και το ασφαλιστικό οικοσύστημα στο μέλλον; Πως θα περιγράφατε τις μέρες μετά την πλήρη εφαρμογή του SupTech;

Η πρόθεση πίσω από την εφαρμογή του SupTech δεν θα πρέπει να είναι η αλλαγή του ασφαλιστικού τομέα. Η εποπτεία χρειάζεται να προσαρμόζεται στις αλλαγές του επιχειρηματικού τοπίου. Ο κύριος στόχος της εποπτείας είναι η προστασία των ασφαλισμένων και των δικαιούχων. Ένα κοινό επίπεδο προστασίας θα πρέπει να παρέχεται σε ασφαλισμένους και δικαιούχους στα διαφορετικά κράτη –μέλη, άσχετα από το που έχουν έδρα τα κεντρικά γραφεία των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, του επιχειρησιακού τους μοντέλου ή του μοντέλου του δικτύου διανομής τους. Οι ελεγκτές θα πρέπει ακόμα να προωθούν την ασφάλεια και την βιωσιμότητα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, εστιάζοντας στους κινδύνους που αντιμετωπίζουν ή μπορεί να αντιμετωπίσουν στο μέλλον.

Οι νέες τεχνολογίες ανοίγουν τον δρόμο για νέα επιχειρηματικά μοντέλα και οι εποπτεύοντες πρέπει να συνεχίζουν το έργο τους, ώστε να διασφαλίζουν ότι οι στόχοι τους επιτυγχάνονται. Σε αυτή την προσπάθεια μπορούν να χρησιμοποιούν και νέες τεχνολογίες. Αυτές θα δημιουργήσουν καινοτόμες και αποτελεσματικές εποπτικές λύσεις, που θα υποστηρίζουν ένα αποτελεσματικότερο, ευέλικτο και με καλύτερη απόκριση σύστημα εποπτείας. Ωστόσο, στην πραγματικότητα μπορούμε να δούμε παραδείγματα τεχνολογικών εξελίξεων που υποστηρίζουν τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις με τρόπο που θα επηρεάσει το πως θα εξελιχθεί η εποπτεία στο μέλλον, αν χρησιμοποιούνται ευρέως. Για παράδειγμα, το blockchain επιτρέπει την αδιάβλητη τήρηση αρχείων και επεξεργασία συναλλαγών μέσω peer to peer ανταλλαγής ψηφιακών δεδομένων, που ενημερώνονται και συγχρονίζονται διαρκώς.

Η εγγενής εμπιστοσύνη και διαφάνεια τους θα μπορούσε να διευκολύνει την καθιέρωση συνεργειών ανάμεσα στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και τους σχετικούς εποπτικούς μηχανισμούς. Οι εποπτικοί οργανισμοί θα μπορούσαν να παίρνουν άδεια πρόσβασης στις βάσεις δεδομένων των επιχειρήσεων, σε πραγματικό χρόνο, αποκτώντας έτσι μια σύγχρονη και ενιαία άποψη των βασικών πληροφοριών, που σχετίζονται με τον έλεγχο της ασφαλιστικής αγοράς. Επιπρόσθετα, το blockchain θα έδινε την δυνατότητα για πιο λεπτομερείς και ακριβείς αναλύσεις προβλέψεων στους επόπτες, ώστε να αναλαμβάνουν αποτελεσματικότερη εποπτεία των κινδύνων αλλά και των ελέγχων συμμόρφωσης. Έχουμε ήδη εκδώσει ένα discussion paper πάνω στην τεχνολογία blockchain και τα έξυπνα συμβόλαια στην ασφάλιση και αναμένουμε τις περαιτέρω εξελίξεις στον τομέα.

Τι επίδραση θα έχει το Suptech στα λειτουργικά κόστη των ασφαλιστικών επιχειρήσεων; Θα δημιουργήσει θέματα βιωσιμότητας για τις μικρότερες από αυτές;

Οι suptech θα πρέπει να δημιουργήσουν καινοτόμες και αποτελεσματικές εποπτικές λύσεις, που θα υποστηρίξουν ένα πιο αποτελεσματικό, ευέλικτο και άμεσα ανταποκρινόμενο σύστημα εποπτείας. Μια ανάλυση κόστους-οφέλους για κάθε ενδιαφερόμενο μέλος, θα πρέπει να διενεργείται στην ανάπτυξη κάθε suptech λύσης. Αυτό θα περιλαμβάνει και το αντίκτυπο που θα έχει στην EIOPA, τις αρμόδιες εθνικές αρχές και τους παίκτες της αγοράς. Λύσεις που θα γεννούν ζητήματα βιωσιμότητας για τους μικρότερους της αγοράς, δεν θα πρέπει να ακολουθούνται χωρίς εναλλακτικές που θα λαμβάνουν πλήρως υπόψιν τους την αρχή της αναλογικότητας με τα μεγέθη των εταιρειών. Ο στόχος επίσης θα πρέπει να είναι να μειώσουμε τα κόστη συμμόρφωσης για την αγορά.
Αυτός είναι επίσης ο λόγος για τον οποίο η περιπλοκότητα και η ωριμότητα κάθε νέας τεχνολογίας είναι παράγοντες, που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη μαζί με το κόστος.

Ποια καθημερινά προβλήματα θα «λύσει» το SupTech στον τελικό χρήστη τους;

Η EIOPA έχει στρατηγική προτεραιότητα να βελτιώσει την αποδοτικότητα και την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας της εποπτείας, μέσα από την συνεχή βελτίωση της επιχειρηματικής ευφυίας. Για παράδειγμα ενισχύουμε το αναλυτικό πλαίσιο, τις αναφορές κινδύνων και την έκδοση στατιστικών, εκμεταλλευόμενοι τις νέες τεχνολογικές εξελίξεις και τις ευκαιρίες που αυτές προσφέρουν. Κάποιες από τις βασικές χρήσεις του SupTech είναι για παράδειγμα η αυτοματοποίηση και ο εξορθολογισμός των διοικητικών και επιχειρησιακών διαδικασιών (συμπεριλαμβανομένης και της αλληλεπίδρασης με τις εταιρείες), ψηφιοποιώντας δεδομένα και εργαλεία, βελτιώνοντας την ανάλυση δεδομένων και ενισχύοντας την οπτικοποίηση δεδομένων.
Η συζήτηση αυτή τη στιγμή σε Ευρωπαϊκό επίπεδο περιλαμβάνει για παράδειγμα την αντιμετώπιση των προβλημάτων των αντιγραφών και των αντιφάσεων στο πλαίσιο του reporting του οικονομικού συστήματος. Στην EIOPA πιστεύουμε ότι είναι ανάγκη να βελτιώνουμε συνεχώς την συλλογή δεδομένων. Στον τομέα του prudential reporting , έχουν γίνει σημαντικά βήματα με την χρήση ταξινόμησης XBLR, τόσο για συντάξεις όσο και για ασφαλίσεις, στην ανάλυση δεδομένων για εσωτερική χρήση και την ανάπτυξη αναφορών για τις αρμόδιες εθνικές αρχές, με την χρήση της βάσης δεδομένων της EIOPA. H παρακολούθηση της αγοράς από τις επιχειρήσεις, με μη παραδοσιακούς τρόπους συλλογής πληροφοριών, για retail προϊόντα είναι κάτι που ακόμα εξερευνούμε.

Αυτή τη στιγμή η βελτίωση των data analytics στην εποπτεία της λειτουργίας των επιχειρήσεων, τόσο στα ταμεία ασφάλισης όσο και συντάξεων είναι ήδη πραγματικότητα. Τα διαθέσιμα δεδομένα χρησιμοποιούνται στη μεγαλύτερη δυνατή έκταση τους για risk assessment, ανάλυση συγκεκριμένων τομέων, αναγνώριση δεικτών έγκαιρης προειδοποίησης, αναλύσεις προγνώσεων κλπ.

Στην στρατηγική SupTech της EIOPA αναφέρονται και ασυνέπειες ανάμεσα στα Ευρωπαϊκά και τα εθνικά μητρώα. Είναι πρόβλημα αυτό και αν ναι, πως σκοπεύετε να το αντιμετωπίσετε;

Ναι, η EIOPA έχει εντοπίσει μερικές ασυνέπειες ανάμεσα στα Ευρωπαϊκά και εθνικά μητρώα. Αυτό συμβαίνει γιατί τα εθνικά μητρώα των ασφαλιστικών επιχειρήσεων δεν είναι συγχρονισμένα και είναι ανεξάρτητα από το δικό μας αρχείο, της EIOPA. Γι’ αυτό η συνέπεια τους εξαρτάται από «δια χειρός» παρεμβάσεις, που ενέχουν τόσο προβλήματα χρόνου, όσο και ανθρώπινου λάθους. Πολλά συμβάντα μπορούν να ενεργοποιήσουν την επικαιροποίηση του αρχείου, όπως για παράδειγμα διασυνοριακές ειδοποιήσεις, νέες εξουσιοδοτήσεις, συγχωνεύσεις, εξαγορές, ανακλήσεις αδειών ή μεταφορές χαρτοφυλακίων. Οι υπάρχουσες διαδικασίες υποβολής των πληροφοριών αυτών στην EIOPA ή η διασυνοριακή διεκπεραίωση των σχετικών στοιχείων δεν είναι ιδανική και αυτό επηρεάζει την ποιότητα των δεδομένων.

Η EIOPA ακολουθεί την πρέπουσα διαδικασία ανάλυσης για να βρει την καλύτερη λύση και να βελτιώσει την κατάσταση. Την ίδια στιγμή διευκολύνουμε την διασυνοριακή ανταλλαγή ειδοποιήσεων ανάμεσα στις εθνικές αρχές και την EIOPA. Πιο συγκεκριμένα αναπτύσσουμε ένα εργαλείο IT, που θα επιτρέπει καλύτερη προσαρμογή στα διαφορετικά συστήματα της κάθε αρμόδιας εθνικής αρχής. Η τελική απόφαση σχετικά με το αρχείο της EIOPA δεν έχει ληφθεί ακόμα, αλλά μπορούμε να πούμε ότι κάποιες από τις λύσεις που αναλύσαμε ήταν αρκετά περίπλοκες και πιθανότατα παράλογες σε όρους αναλογίας κόστους –οφέλους για τους εθνικούς επόπτες, ειδικά τους μικρότερους. Λαμβάνοντας την τελική απόφαση το Board of Supervisors της EIOPA, θα λάβει υπόψη την περιπλοκότητα, την ωριμότητα και το κόστος των διαφορετικών επιλογών. Σχεδιάζουμε να βελτιώσουμε το αρχείο κατά το 2022.

Πως θα βοηθήσετε τις αρμόδιες εθνικές αρχές στην εφαρμογή της SupTech στρατηγικής;

Η EIOPA θα δουλέψει από πολλές διαφορετικές πλευρές. Θα προωθήσουμε την ανταλλαγή γνώσης και εμπειριών. Για παράδειγμα θα διοργανώσουμε αρκετά forum, όπου σχετικά project που έχουν αναπτυχθεί από αρμόδιες εθνικές αρχές και είναι χρήσιμα στην επίλυση συγκεκριμένων ζητημάτων εποπτείας, θα εντοπίζονται και θα κοινοποιούνται. Ακόμα, θα υποστηρίξουμε την εκπαίδευση εποπτών σε διαφορετικούς τομείς των νέων τεχνολογιών. Η EIOPA κάνει ορθή χρήση των τεχνολογιών IT σε τομείς όπως το data collection, με την χρήση μιας κεντρικά ελεγχόμενης ταξινόμησης XBRL, για ασφάλειες και συντάξεις. Η τεχνολογία επίσης χρησιμοποιείται στην ανάλυση δεδομένων για εσωτερική χρήση και την ανάπτυξη αναφορών για τις αρμόδιες εθνικές αρχές, με την βάση δεδομένων της EIOPA. Η EIOPA έχει ακόμα αναπτύξει ένα εργαλείο που θα υποστηρίζει τους επόπτες στην αξιολόγηση της επάρκειας των τεχνικών εφοδίων των εταιρειών, στον τομέα της ασφάλισης οχημάτων χρησιμοποιώντας το εργαλείο της περιοδικότητας και προόδου των απαιτήσεων για αποζημίωση και άλλες διαθέσιμες πληροφορίες. Είμαστε ακόμα στη φάση της ενεργοποίησης του project «Business Intelligence 2.0», το οποίο θα αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα και νέα εργαλεία data, για διαφορετικές χρήσεις μέσα στην EIOPA. Αυτό θα συμπεριλάβει τις εκτιμήσεις για το πως θα βελτιωθεί η προστιθέμενη αξία που η EIOPA προσφέρει στην αρμόδιες εθνικές αρχές, σε όρους data quality και data analysis.

Μακροπρόθεσμα είμαστε σε πορεία προς έναν ασφαλιστικό τομέα που θα κυριαρχείται από την τεχνητή νοημοσύνη;

Η παρουσία των data analytics στον κλάδο δεν αποτελεί έκπληξη. Η πανδημία του Covid-19 επιτάχυνε επιπλέον την υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης, συμπεριλαμβάνοντας και τον χώρο των ασφαλειών. Το 2019 η EIOPA εξέδωσε μια θεματική αναφορά, πάνω στη χρήση των Big Data Analytics, ειδικά από ασφαλιστικές επιχειρήσεις ή μεσάζοντες τους. Διαπιστώσαμε ότι εργαλεία Big Data Analytics, όπως AI ή machine learning, ήταν ήδη σε χρήση στο 31% των επιχειρήσεων, ενώ σε άλλο ένα 24% ήταν σε στάδιο proof of concept.

Συστήματα ΑΙ χρησιμοποιούνται από ασφαλιστικές επιχειρήσεις σε όλα τα στάδια του ασφαλιστικού value chain. Χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο στον κλάδο ασφαλειών για την επεξεργασία νέων και παλιότερων datasets, για τον υπολογισμό κινδύνου, τον υπολογισμό τιμών των ασφαλιστικών προϊόντων ή για να συγκροτηθούν στοχευμένες καμπάνιες marketing και cross sales ασφαλιστικών προϊόντων. Τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης χρησιμοποιούνται ακόμα όλο και περισσότερο για την γρηγορότερη επεξεργασία απαιτήσεων και την αποτελεσματικότερη καταπολέμηση της απάτης.

Τα οφέλη που προκύπτουν από την χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στους τομείς της πρόβλεψης, της ακρίβειας, της αυτοματοποίησης, του σχεδιασμού νέων προϊόντων και υπηρεσιών και της μείωσης κόστους είναι αξιοσημείωτα, οπότε η περαιτέρω αύξηση στη χρήση συστημάτων ΑΙ είναι αναμενόμενη. Παρόλα αυτά αυξανόμενες είναι και οι ανησυχίες για την επίδραση της εντατικής υιοθέτησης της τεχνητής νοημοσύνης στην οικονομική συμπερίληψη ομάδων, προστατευόμενων τάξεων, ευάλωτων καταναλωτών ή στην κοινωνία μας στο σύνολο της. Κάποιοι από αυτούς τους κινδύνους δεν είναι καινούργιοι, αλλά η σημασία τους μεγενθύνεται στο πλαίσιο των big data analytics. Ειδικά όταν εμπλέκονται ζητήματα ηθικής, δίκαιης χρήσης δεδομένων, αλλά και της προσβασιμότητας και διαφάνειας στα δεδομένα των αποκαλούμενων “black-box artificial intelligence systems”. Γιαυτό και η διευθέτηση ζητημάτων ψηφιακής ηθικής στον ασφαλιστικό κλάδο είναι απαραίτητη διαδικασία.

Η λειτουργία της ασφαλιστικής αγοράς έχει σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομία, αλλά και την ευημερία της ευρύτερης κοινωνίας και μπορεί να έχει θετικές και αρνητικές επιδράσεις, σε όρους κοινωνικής ένταξης, ζωής, υγείας και ασφάλισης. Η EIOPA, για να υποστηρίξει την προετοιμασία της αγοράς για αυτές τις εξελίξεις, έχει συγκαλέσει ένα συμβουλευτικό Expert Group πάνω στα Digital Ethics. Αυτό επιτρέπει σε ένα μεγάλο μέρος των ενδιαφερομένων μερών να δουλεύουν όλοι μαζί στον εντοπισμό του οφέλους, αλλά και των κινδύνων, από την αυξανόμενη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στις ασφάλειες, συμπεριλαμβανομένων και των πιθανών περιορισμών που αυτή μπορεί να χρειαστεί. Το Expert Group των Digital Ethics ανέπτυξε έξι αρχές διακυβέρνησης, για να προωθήσει μια ηθική και αξιόπιστη τεχνητή νοημοσύνη στον Ευρωπαϊκό κλάδο ασφαλίσεων. Αυτές οι υψηλού επιπέδου αρχές, που εκδόθηκαν πρόσφατα, συνοδεύονται από πρόσθετη καθοδήγηση για τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις, για το πως να τις εφαρμόσουν στην πράξη, μέσα στον κύκλο ζωής των συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης.

Οι αγορές περιμένουν τη «μεγάλη κυβερνοεπίθεση»

Η αφύπνιση ήρθε με το σοκ του 2016, όταν hackers χτύπησαν την Κεντρική Τράπεζα του Μπαγκλαντές και προσπάθησαν, μέσα από κενά ασφαλείας στο σύστημα SWIFT, να κλέψουν ένα δισεκατομμύριο δολάρια, για να προκαλέσουν τελικά ζημιά 101 εκατομμυρίων δολαρίων.

Σήμερα οι κυβερνοεπιθέσεις που θα προκαλέσουν μικρό ή μεγαλύτερο χάος στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα έχουν αναβαθμιστεί από «ενδεχόμενες» σε «αναμενόμενες», με την Κριστίν Λαγκάρντ να προειδοποιεί ήδη από το Φερβουάριο του 2020 από την θέση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρική Τράπεζας και το Financial Stability Board να την επιβεβαιώνει τον Απρίλιο του 2020, υπογραμμίζοντας το τεράστιο κόστος που θα έχουν αν επιτύχουν για την παγκόσμια οικονομία. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του ΔΝΤ, οι συνθήκες κυβερνοασφάλειας για την «τέλεια καταιγίδα» είναι όλες παρούσες και εμφανείς καθημερινά σε όλους μας. Από την μία το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα αλλάζει με έναν χωρίς ιστορικό προηγούμενο ρυθμό. Η πανδημία επιταχύνει εκθετικά αυτό τον ρυθμό και όλα τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα εκμοντερνίζουν τις ηλεκτρονικές πληρωμές, ανοίγουν διάπλατα τα κανάλια ηλεκτρονικών συναλλαγών και κολυμπούν στα άγνωστα νερά των ψηφιακών νομισμάτων. Από την άλλη, οι «κακοί» έχουν ένα ολοκαίνουργιο ψηφιακό οπλοστάσιο που τους προσφέρει εκτός από νέα εργαλεία και πρόσβαση σε μια ολόφρεσκια παλέτα από στόχους.

Έτσι, το καστ της «τέλειας καταιγίδας» εμπλουτίζεται με νέους «χαρακτήρες». Πέρα από τον κλασσικό «κλέφτη» που προσπαθεί να αποκομίσει οικονομικά οφέλη κλέβοντας data και πιστώσεις, -όπως το γκρουπ Carbanak που χτύπησε οικονομικούς οργανισμούς με λεία μεγαλύτερη του ενός δις δολάρια από το 2013 ως το 2018- την ευκαιρία αρπάζουν ανεξάρτητοι κυβερνοτρομοκράτες ή κρατικά ελεγχόμενοι hackers, που θέλουν να δυσφημίσουν ή να «γονατίσουν» λειτουργικά οικονομικούς οργανισμούς για ιδεολογικούς όσο και οικονομικούς λόγους, όπως οι hackers υπό τον κυβερνητικό έλεγχο της Βόρειας Κορέας που έχουν κλέψει περίπου 2 δις δολάρια από 38 χώρες τα τελευταία πέντε χρόνια. Το μυστικό της επιτυχίας τους κατά την ανάλυση του ΔΝΤ είναι η ίδια η συγκυρία. Η ταχύτητα του ψηφιακού μετασχηματισμού έχει αφήσει μεγάλα κενά ανάμεσα στους ρόλους των εμπλεκομένων στην κυβερνοασφάλεια των συστημάτων. Οι τράπεζες περιμένουν τις εταιρείες τεχνολογίας να το καλύψουν και αυτές τις τράπεζες, τα κράτη τρέχουν πίσω από τα γεγονότα σε ένα διεθνές κλίμα δυσπιστίας ανάμεσα τους και οι αγορές συνειδητοποιούν την πραγματική ανάγκη για κυβερνοασφάλεια αφού «χτυπηθούν».

Σε αυτό το σκηνικό, το Carnegie Endowment for International Peace δημοσίευσε τον Νοέμβριο του 2020 την αναφορά με τίτλο «International Strategy to Better Protect the Global Financial System against Cyber Threats» στην οποία καταδεικνύει τους τέσσερις βασικούς πυλώνες στους οποίους θα πρέπει να βασιστεί η στρατηγική κυβερνοασφάλειας που θα διαφυλάξει τον χρηματοπιστωτικό τομέα από το χάος. Πρώτος: η δημιουργία μεγαλύτερης διαφάνειας γύρω από τους ρόλους και τις ευθύνες που απαιτούνται. Δεύτερος: η συνειδητοποίηση της ανάγκης για άμεση διεθνή συνεργασία με συντονισμό από διεθνείς οργανισμούς όπως το ΔΝΤ κ.α.. Τρίτος: η μείωση τoυ κατακερματισμού διαδικασιών και κέντρων πληροφοριών ώστε να δημιουργηθεί ένας κοινός χώρος όπου θα χειριστούν το πρόβλημα από κοινού. Τέταρτος: Η συνειδητοποίηση ότι η προστασία του διεθνούς οικονομικού συστήματος μπορεί να αποτελέσει μοντέλο προστασίας και άλλων τμημάτων της κοινωνίας.